Είναι παράξενο, αλλά πολλές από τις έννοιες που χρησιμοποιήσατε αναφέρονται στον πόλεμο: κατοχή, βομβαρδισμός, εισβολή, απόδραση… Μα είναι πόλεμος! Είναι ένας πόλεμος σύγχυσης των αισθήσεων, που τα κάνει όλα πιο δύσκολα. Για πολλά πράγματα, ένα από αυτά και το streaming, δεν είναι πλέον σαφές το πώς φτάνουν σε μας. Αλγόριθμοι επιλέγουν τι θα πρέπει να ακούσουμε ή όχι, τι είναι καλύτερο και τι λιγότερο καλό. Χάνουμε τον έλεγχο καθώς δεν υπάρχει ένα κριτήριο περιεχόμενου, κάποιο ας πούμε content management, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται το αν και κατά πόσο θα μεταδίδεται ένα μήνυμα όπως ήταν προορισμένο να ακουστεί. Για παράδειγμα, ένα μέρος από μια συμφωνία ή ένα κομμάτι που διαρκεί 40 λεπτά, όπως ήταν οι κλασικές σόλο συναυλίες του Keith Jarrett όπου αυτοσχεδιάζει στο πιάνο, και παίζει δύο σετ και κάποιες φορές ένα από αυτά μπορεί να έχει διάρκεια πάνω από 35 λεπτά. Ή στον Arvo Pärt, που έχει γράψει το Passio, όπου δεν υπάρχουν ενδιάμεσα tracks για πάνω από μία ώρα, αυτοί οι καλλιτέχνες λοιπόν θα αμείβονται όπως συμβαίνει στην pop μουσική, για ένα τραγούδι τριών ή πέντε λεπτών; Σε αυτό τον κόσμο του digital management και του streaming, δεν υπάρχει απάντηση για το πώς θα πληρώνονται για το υπόλοιπο από τα τρία ή τα πέντε λεπτά που έχει προαποφασιστεί πως είναι το μέτρο για τη διάρκεια ενός μουσικού κομματιού, καταλαβαίνετε; Κι υπάρχουν ακόμη τόσα αναπάντητα ερωτήματα. Έτσι λοιπόν αυτή η γενική τάση του «όλα διαθέσιμα» δεν έχει προνοήσει για το πώς αυτή η μουσική θα καταγράφεται και πώς θα αποδίδονται τα δικαιώματα που αφορούν το copyright στους σωστούς ανθρώπους, τη σωστή στιγμή, με έναν δίκαιο τρόπο.

Ο Manfred Eicher με τον Jan Garbarek. Photo: ECM Records / Christian Rose

Ο Manfred Eicher με τον Jan Garbarek. Photo: ECM Records / Christian Rose

Αναφέρατε τον Arvo Pärt: μας φέρατε σε επαφή, μας μάθατε και κάνατε διαθέσιμα σε μας, τα έργα πολλών καλλιτεχνών από χώρες που ήταν έξω από τα καθιερωμένα. Και δεν είναι μόνο ο Pärt, είναι και ο Giya Kancheli, o Valentin Silvestrov, ο Alfred Schnittke, ο Tigran Mansurian… Γνωρίσαμε έτσι τις ιδιαιτερότητες συνθετών που βασίστηκαν στην εθνική τους μουσική, αλλά που βρίσκονταν στον αντίποδα από την ομογενοποιημένη σούπα που συνήθως ονομάζεται world music. Το 1984 ξεκινήσαμε τις ηχογραφήσεις των New Series. Πρώτη μας παραγωγή ήταν το Tabula Rasa του Arvo Pärt. Με τις ίδιες αρχές και τις ίδιες ιδέες αρχίσαμε να αναζητούμε και να προτείνουμε δημιουργούς που βρίσκονταν στην περιφέρεια: ο Arvo Pärt είναι από την Εσθονία, ο Tigran Mansurian από την Αρμενία, ο Giya Kancheli από τη Γεωργία, ο Valentin Silvestrov από την Ουκρανία κι ο Schnittke ζούσε στη Μόσχα – και ας μην ξεχνάμε τον György Kurtág από τη Βουδαπέστη. Ήταν λοιπόν σημαντικό να αναδείξουμε κάτι νέο, που να μην είναι για μια ακόμη φορά η Σχολή της Βιέννης.

Όπου τι συνέβη εκεί; Μας ενδιέφερε να προτείνουμε κάτι που ήταν σημαντικό και δεν είχε ακουστεί ξανά. Αυτή την αίσθηση είχα όταν ήρθα σε επαφή για πρώτη φορά με τη μουσική του Arvo Pärt. Είμαι πραγματικά πολύ περήφανος που μπορέσαμε να γνωρίσουμε αυτούς τους συνθέτες στον κόσμο, καθώς σήμερα το έργο τους ασκεί σημαντική επίδραση, έχοντας μια ευρύτερη πολιτιστική συμβολή σε πολλά και διαφορετικά πεδία. Είχαμε κι από τη δύση τον Steve Reich που τώρα έκλεισε τα 80, και που ο δίσκος που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό ήταν το Music for 18 Musicians που ηχογραφήσαμε στην ΕCM. Το ίδιο και η Meredith Monk με το Dolmen Music. Έτσι λοιπόν ξεκίνησε αυτό. Ο όρος παγκοσμιοποίηση μου προκαλούσε ανέκαθεν απέχθεια και ποτέ δεν μου άρεσε ο όρος world music, δεν θεωρώ ότι εκφράζουν κάτι όλα αυτά. Αλλά συμβαίνει όταν ταξιδεύεις με τα μάτια σου ανοιχτά τις κεραίες σου σε εγρήγορση, τότε λαμβάνεις κάποια σήματα που θα σε κάνουν να αντιληφθείς κι άλλα πράγματα πέρα από το προφανές και το αυτονόητο. Κι αυτό είναι σημαντικό για ένα παραγωγό δίσκων στη προσπάθειά του να ανακαλύψει τη μουσική. Κι όταν έχεις βρει αυτούς τους ανθρώπους, τότε πρέπει να προσπαθήσεις να εμβαθύνεις, και αυτό δεν μπορεί να συμβεί εν μία νυκτί: πρέπει να κατανοήσεις το πνεύμα και την ουσία αυτής της μουσικής και να την αναπτύξετε μαζί. Αυτό κάναμε με τον Arvo Pärt, τον Mansurian και τον Kancheli. Δυστυχώς ο Alfred Schnittke χάθηκε πολύ νέος, και δεν μπορέσαμε να φτάσουμε τόσο μακριά. Είναι μοναδική εμπειρία να έρχεσαι σε επαφή με προσωπικότητες του διαμετρήματος του Kurtág, που ασκεί τόσο καθοριστική επίδραση στη σύγχρονη μουσική και συνεχίζει να είναι δημιουργικός. Μάλιστα γράφει τώρα μια όπερα πάνω στον Μπέκετ, η οποία θα κάνει πρεμιέρα μέσα στο 2017.

Ο Manfred Eicher με τον Arvo Pärt και τον Bruno Ganz. Photo: ECM Records / Roberto Masotti

Ο Manfred Eicher με τον Arvo Pärt και τον Bruno Ganz. Photo: ECM Records / Roberto Masotti

Από τις κυκλοφορίες της ECM έχω καταλάβει πως μοιραζόμαστε το πάθος για τον Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Στις ταινίες του υπάρχει μια αφηγηματικότητα η οποία, φυσικά, δεν είναι γραμμική, κι η οποία νομίζω πως υπάρχει και στις δισκογραφικές σας κυκλοφορίες. Στην κάθε μια, ξεκινώντας από την ίδια τη σειρά των κομματιών και φτάνοντας ως το εξώφυλλο, υπάρχει μια δραματουργία. Η δραματουργία είναι απαραίτητη, είναι ζωτικής σημασίας. Κι αν σκεφτούμε με όρους οριζόντιας και κάθετης κίνησης, όπως συμβαίνει στο μοντάζ του Γκοντάρ και στον τρόπο που συγχρονίζει μουσική και φυσικούς ήχους και τα ενοποιεί, νομίζω πως αυτή είναι η βάση του storytelling της κινηματογράφησης: υπάρχει μια αρχή κι ένα τέλος, αλλά και οι διαδρομές που χαράσσεις ανάμεσά τους. Κατά τη γνώμη μου είναι εξαιρετική ιδέα να πεις μια ιστορία με μουσική, δημιουργώντας έναν δίσκο. Είναι μια ιδιαίτερη λειτουργία με την καλλιτεχνική έννοια: πώς αρχίζεις και πώς τελειώνεις, και τι είδους κομμάτια αναπτύσσεις μέσα σε αυτή τη δραματουργία. Βέβαια το τι ιστορία θέλεις να πεις είναι εξίσου σημαντικό. Εδώ θα πρέπει ο μουσικός να αποφασίσει για το τι είναι αυτό που θέλει να αφηγηθεί. Συχνά, όταν συζητάμε με τους μουσικούς δίνω το πρώτο hint, για τη διαδοχή που θα μπορούσε να ισχύσει, και στις περισσότερες περιπτώσεις καταλήγουμε σχεδόν από την αρχή για τη δραματουργική ροή του άλμπουμ. Κι αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της πρότασής μας. Επανερχόμενος στον ψηφιακό κόσμο, εκεί αυτή η δραματουργία καταστρέφεται.

«Είναι υπερβολικός ο βαθμός και η ένταση που γεμίζουμε με πληροφορίες, χωρίς να κερδίζουμε σε σαφήνεια και βάθος από όλη αυτή την εισβολή που υφιστάμεθα.»

Γιατί το λέτε αυτό; Στον νέο ψηφιακό κόσμο, καταστρέφεται η ιδέα της ιδιότητας του δημιουργού, του auteur στα γαλλικά. Γιατί τα πάντα διαιρούνται σε tracks, και τα tracks δεν ακολουθούν την πρόταση του καλλιτέχνη. Η δραματουργική ιδέα δεν είναι πλέον διαθέσιμη και παρούσα. Ψάχνεις και βρίσκεις ένα όνομα, έναν αριθμό, αλλά δεν βρίσκεις την ιδέα του δημιουργού. Ο κόσμος φυσικά δεν το σκέφτεται αυτό, και τελικά λέει: χαίρομαι που μπορώ να έχω τη μουσική, και να αποφασίζω εγώ ο ίδιος με ποια σειρά θα βάλω να ακούσω τα κομμάτια στο σπίτι μου, στο μπάνιο ή οπουδήποτε αλλού. Ωραίο είναι αυτό, αλλά έχει σημασία να επικοινωνείς με την πρόθεση του καλλιτέχνη που δημιουργεί μια μουσική συνέχεια, μια πρόταση ακρόασης. Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο, ας πάρουμε ως παράδειγμα τον Μπέκετ, ο συγγραφέας παρουσιάζει το κείμενό του ολοκληρωμένο, προσεκτικά φροντισμένο μετά από επίπονη προσπάθεια και το διαβάζεις στη σειρά και με τον τρόπο στον οποίο αυτός κατέληξε. Το ίδιο ισχύει για οποιονδήποτε συγγραφέα. Αλλά μήπως δεν ισχύει το ίδιο για τις ταινίες; ή τα βιβλία; Το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική! Όταν κάποιος γράφει μια συμφωνία, θέλει αυτή να αρχίζει με το αρχικό κομμάτι, δεν αρχίζει από τη μέση. Ποιος μας είπε πως έχουμε το δικαίωμα να τα αλλάζουμε όλα; Όταν ένας μουσικός ανεβαίνει στη σκηνή, παίζει μια σονάτα του Σούμπερτ με τον τρόπο που αυτή γράφτηκε. Δεν θα αρχίσει με το Adagio ή με το Andante. Την ερμηνεύει έτσι όπως είναι γραμμένη, σεβόμενος την ιδέα του συνθέτη.

Ημερ. Δημοσίευσης:12 March 2017 5:49 am

Πηγή

Συγγραφέας:Γιώργος Βουδικλάρης