Blogs

21 Απριλίου, πενήντα χρόνια μετά « Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Κλείνουν σήμερα πενήντα χρόνια από τη θλιβερή μέρα της 21ης Απριλίου 1967. Στο ιστολόγιο έχουμε ήδη συζητήσει παλιότερα τις αναμνήσεις μας από εκείνη τη μέρα, ενώ άλλες φορές δημοσίευσα αναμνήσεις άλλων. Την Κυριακή θα δούμε ένα αντιδικτατορικό λογοτεχνικό κείμενο, αλλά σήμερα προτίμησα μια μαρτυρία. Θα δημοσιεύσω ένα αρκετά εκτενές απόσπασμα από τη μαρτυρία του Παναγιώτη Κανελλάκη, που κρατήθηκε και βασανίστηκε πολύ καιρό στα κρατητήρια της ΕΑΤ-ΕΣΑ το 1973. Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο που διανεμήθηκε το περασμένο Σάββατο μαζί με την «Εφημερίδα των Συντακτών».

Ο Παναγιώτης Κανελλάκης (1942-2009), δικηγόρος, ήταν πρόεδρος της Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων (ΕΚΙΝ). Συνελήφθη πρώτη φορά τον Μάιο του 1972 και μια δεύτερη τον Μάρτιο του 1973, οπότε και βασανίστηκε άγρια.

1 Μαρτίου 1973, Πέμπτη

Όργανα της Ασφάλειας Αθηνών με συλλαμβάνουν στο σπίτι μου στις 7 η ώρα το πρωί και με οδηγούν στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, πίσω από την αμερικάνικη πρεσβεία.

Χωρίς πολλές διατυπώσεις, μου παίρνουν όσα αντικείμενα έχω πάνω μου, ρολόι, ζώνη, λεφτά, και με κλείνουν στο κελί No 5. Είναι ένα δωμάτιο υπερβολικά μεγάλο, κάπου 8×5 και 4 μέτρα ύψος. Μοναδικό έπιπλο ένα κρεβάτι στη μέση.

Μένω μόνος. Ησυχία.

Σε μισή ώρα περίπου ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο «Τσέλιγκας» (Γιάννης Αγγελής). Φοράει πολιτικά κι όπως έμαθα αργότερα είναι δεκανέας κληρωτός. Με κοιτάζει στα μάτια και προσπαθεί να πάρει ύφος άγριο. Πλησιάζει και μου δίνει μια μπουνιά στον ώμο. Του λέω «πρόσεχε, μπορεί να μη με προο­ρίζουν για ξύλο και να βρεις τον μπελά σου». Φεύγει χωρίς να απαντήσει. Σε δέκα λεπτά γυρίζει. Μαζί του είναι άλλοι δύο, ο Μιχάλης ο Πέτρου και ένας ακόμη, επαρχιώτης, άξεστος και μάλλον διανοητικά καθυστερημένος. Αρχίζει το ξύλο. Κρατάει περίπου μισή ώρα. Συγχρόνως βρίζουν και απειλούν. Προσπα­θούν με όσα λένε να αγριεύουν.

Μ’ αφήνουν πάλι μόνο. Ψάχνομαι. Δεν μου ’χουν αφήσει κα­νένα εμφανές σημάδι, ούτε αισθάνομαι κάποιον ιδιαίτερο πόνο. Είμαι ευχαριστημένος με τον εαυτό μου. Μία φορά μόνο έπε­σα κάτω γονατιστός και αμέσως σηκώθηκα. Ο πόνος δεν ήταν αβάσταχτος. Δεν έκλαψα ούτε φώναξα δυνατά. Κατά κάποιον παράξενο τρόπο χαίρομαι που γνώρισα την εμπειρία του ξύλου.

Σε λίγο με μεταφέρουν στο κελί No 3. Στον δρόμο μού ρί­χνουν μερικές κλοτσιές. Το κελί είναι μικρό.

Κατά to μεσημέρι μπαίνουν στο κελί μου τρεις. Ο ένας είναι ο Μ. Πέτρου. Αρχίζει πάλι το ξύλο. Αυτή τη φορά πόνεσα.

Για μεσημεριανό φαγητό μου δίνουν σούπα από κοτόπουλο. Ακούω σπαρακτικές κραυγές από το κελί No 4. Πρέπει να ‘ναι κάποιος πολύ νέος. Αρχίζω να φοβάμαι. Κοιμάμαι για λίγο. Με ξυπνάει ένας καινούργιος εσατζής. Με χτυπάει με μπουνιές και χαστούκια. Επεμβαίνει ο Πέτρου: «Μην τον χαϊδεύεις, θα δει μετά τι τον περιμένει». Φεύγουν. Χτυπάω την πόρτα και φωνά­ζω ότι είμαι άρρωστος, ότι έχω ανάγκη να με δει γιατρός. Καμία απάντηση.

Για βραδινό φαγητό έχει σπανακόρυζο κι ένα αυγό. Το σώμα μου αρχίζει να με πονάει. Έχω πονοκέφαλο και κρυώνω. Πέ­φτω να κοιμηθώ με τα ρούχα. Κατά τις 11 ανοίγει η πόρτα. Με σηκώνουν απ’ το κρεβάτι και μου το παίρνουν. Μου δίνουν μία καρέκλα, ένα κομοδίνο και γραφική ύλη. Ο λοχαγός Τσάλας μου λέει: «Γράψε ό,τι ξέρεις πως μας ενδιαφέρει».

2 Μαρτίου 1973, Παρασκευή

Αρχίζω να γράφω. Νυστάζω και κρυώνω. Όλη τη νύχτα γράφω και μισοκοιμάμαι καθιστός. Το πρωί παραδίδω περίπου 4 κόλλες διαγωνισμού.

Μου λείπει φοβερά το τσιγάρο. Κάποια στιγμή μπαίνει μες στο κελί μου ένας με πολιτικά και μου λέει πως είναι γιατρός. Μου φέρεται ανθρώπινά. Συγκινούμαι. Του λέω ότι με χτυπάνε αλύ­πητα. Αγανακτεί. Βλαστημάει με σφιγμένα δόντια. Μετά με εξε­τάζει. Πίεση και σφυγμό. Φαίνεται ικανοποιημένος. Με καθησυ­χάζει και πραγματικά μου δίνει κουράγιο. Χρειάστηκε κάμποσος καιρός για να καταλάβω τον ρόλο που έπαιζε ο γιατρός Κόφας.

Για μεσημεριανό έχει φασολάδα. Ο Τσέλιγκας μου δίνει ένα χαστούκι. Το απόγευμα μου φέρνουν ρούχα από το σπίτι. Κατα­λαβαίνω ότι έχουν κάνει έρευνα στο σπίτι μου. Η μέρα περνάει σχετικά ήρεμα. Μόνο, πού και πού, κάποιος ανοίγει το παραθυ­ράκι και βρίζει.

Μετά το βραδινό φαγητό (ψάρι με χόρτα) με πάνε για πρώτη φορά στον διοικητή τον Χατζηζήση. Με περιμένει δήθεν έξαλ­λος. Μου πετάει τα γραφτά μου στα μούτρα, λέγοντας ότι γελά­στηκα αν νομίζω ότι μπορώ να παίξω με την ΕΣΑ. Βρίζει χυδαία. Θυμίζει γελοιογραφία κακού. Μου δείχνει μερικά από τα χαρτιά που βρήκαν στο γραφείο μου. Παγώνω. Δεν ξέρω αν έχουν βρει κι άλλα. Δεν ξέρω ποιους άλλους έχουν συλλάβει και τι άλλο μπορεί να ξέρουν. Μετά με οδηγούν στο γραφείο του λοχαγού Τσάλα, όπου αρχίζει η ανάκριση. Ο Τσάλας δεν επιμένει ποτέ στις ερωτήσεις του και όταν απειλεί, το κάνει με διακριτικό­τητα. Παίζει τον ρόλο του καλού. Μου προσφέρει τσιγάρο και καπνίζω.

 

3 Μαρτίου, Σάββατο

Κατά τη μιάμιση σταματάει η ανάκριση και με γυρίζουν στο κελί μου. Μου δίνουν κρεβάτι. Είμαι ευγνώμων. Όλη τη νύχτα βήχω άσχημα. Στις εξήμισι το πρωί μού παίρνουν το κρεβάτι και μου δίνουν πάλι χαρτί και μολύβι να γράψω. Αρχίζω νέα κατάθεση με βάση τα στοιχεία που είδα ότι έχουν στα χέρια τους.

Για μεσημεριανό έχει κοτόπουλο (ράχη) με μακαρόνια. Δέχο­μαι μια κλοτσιά απ’ τον «Τσέλιγκα». Κατά τις 4 μου φέρνουν το κρεβάτι. Ξαπλώνω μέχρι το βραδινό φαγητό (πατάτες τηγανη­τές κι ένα αυγό). Μετά με πάνε στο κελί No 0, που έχει σόμπα και τραπέζι. Μου έχουν δώσει και τσιγάρα. Κατά τις 12 με γυρί­ζουν στο κελί μου. Το κρεβάτι είναι εκεί. Ευτυχία.

Κρυώνω πολύ. Δεν έχει θέρμανση. Κοιμάμαι φορώντας τρία ζευγάρια κάλτσες και τρία πουλόβερ.

 

4 Μαρτίου, Κυριακή

Το πρωί μου δίνουν καφέ με γάλα. Από την τρύπα της πόρτας, τον Ιούδα, αρχίζω να παρακολουθώ την κίνηση έξω από το κελί μου. Βλέπω τον Κώστα τον Αλαβάνο, τον Αντώνη τον Βγόντζα, τον Νίκο τον Καραμανλή και τον Τάκη τον Παππά. Όλοι συνά­δελφοι δικηγόροι, φίλοι. Βλέπω και δύο άγνωστα πρόσωπα.

Για μεσημεριανό έχει κρέας. Συνεχίζεται η ανάκριση. Σήμερα δεν με χτύπησαν καθόλου, μόνο βρίζουν ασταμάτητα. Κάθε 2 ώρες αλλάζει ο φύλακας μπροστά στα κελιά και το υβρεολόγιο ανανεώνεται. «Σκυλόφατσα, σαμποταριστή, θα πεθάνεις παλιοκουμμούνα». Μερικοί κάνουν και χιούμορ: «Πώς είσαι έτσι ρε; Δάνεισέ μου τα μούτρα σου να πάω σε μια κηδεία». Βραδινό, ρύζι με κορν μπιφ. Παραδίνω τη νέα μου κατάθεση (34 σελίδες) και κοιμάμαι. Το φως μες στο κελί μένει αναμμένο νύχτα-μέρα.

 

5 Μαρτίου, Δευτέρα

Στο μπάνιο το πρωί ο Πέτρου μου ρίχνει μια κλοτσιά στον μηρό. Είναι το σημείο του σώματός μου που με πονάει περισσότερο. Έξω το ραδιόφωνο, συνέχεια στη διαπασών, παίζει το «Μαρία με τα κίτρινα» και τον «Κουταλιανό».

Πριν απ’ το φαγητό με υποχρεώνουν να κάνω επίκυψη και με χτυπάνε με κλομπ στον πισινό. Το ίδιο κάνουν και στους άλ­λους κρατούμενους καθώς τους βγάζουν χωριστά έναν έναν για φαγητό.

Μεσημεριανό, φασολάδα. Μετά το φαγητό αρχίζει το ξύλο. Με χτυπάνε τρεις. Ο Πέτρου, ο Τσέλιγκας κι ένας κοντός, με­λαχρινός, ιδιαίτερα δυνατός. Μετά το ξύλο ξαπλώνω για λίγο, κρυφά γιατί δεν επιτρέπεται. Δεν με παίρνει ο ύπνος. Είμαι βέ­βαιος πως δεν θα τους άρεσε το ότι κρατάω ημερολόγιο. Γι’ αυτό το κρύβω καλά μέσ’ απ’ τη φόδρα του σακακιού μου.

Σπανακόρυζο, ένα αυγό βραστό και μήλο για βραδινό. Κρυ­ώνω πολύ. Πέφτω για ύπνο. Απότομα ακούγονται κραυγές: «Εγέρθητι παλιοκουμμούνες, δεν θα ξαπλώσει κανένας, περιμέ­νουμε τον θείο». Με τα κλομπ χτυπάνε τις πόρτες μας με μανία. Αρχίζω να φοβάμαι πολύ. Περιμέναμε τον «θείο» κάπου 2 ώρες αλλά δεν ήρθε κανένας. Ποτέ δεν έμαθα ποιος ήταν ο θείος.

 

6 Μαρτίου, Τρίτη

Πρωί πρωί με χτυπάει ο Πέτρου στο μπάνιο με το κλομπ. Με χτύ­πησε άγαρμπα. Είμαι κρυωμένος άσχημα. Θα ‘χω πυρετό. Δεν έχω τίποτα να διαβάσω. Έχω μόνο χαρτί και μολύβι. Γράφω ό,τι μου κατέβει για να περάσει η ώρα. Προσπαθώ να γράψω ένα ευθυμο­γράφημα! Ακούω δίπλα μου τον No 2 που μαζεύει τα πράγματά του. Φεύγει. Στη θέση του φέρνουν άλλον.

Για μεσημεριανό έχει κοτόπουλο (ράχη), μακαρόνια και σαλάτα. Μετά το φαγητό με χτυπάνε με κλομπ ο Μιχάλης ο Πέτρου και ο Τσέλιγκας μαζί με έναν πανύψηλο εσατζή με στρατιωτικά. Με χτυπάνε αλύπητα. Πρόσεξα ότι έχω αρχίσει να φωνάζω όταν με χτυπάνε. Εκεί που πονάω περισσότερο είναι οι μηροί και τα νε­φρά. Στα νεφρά μού κόβεται η ανάσα. Ο Πέτρου έχει καταλάβει ότι πονάω ιδιαίτερα στους μηρούς και με κλοτσάει συνέχεια εκεί.

Βραδινό -πατάτες τηγανητές, σαλάτα, κρέμα. Άργησα πολύ να κοιμηθώ. Αρχίζω να νιώθω επιτακτικά την ανάγκη επικοινωνίας με άνθρωπο.

 

7 Μαρτίου, Τετάρτη

Κάποιος με κλότσησε το πρωί στο μπάνιο αλλά δεν σημείωσα ποιος ήταν. Αισθάνομαι κάπως καλύτερα. Ο πυρετός πρέπει να έχει υποχωρήσει. Μου φέρνουν και υπογράφω μία απόδειξη ότι έλαβα 150 δραχμές. Λεφτά δεν είδα. Με βασανίζει η σκέψη τι μπορεί να ξέρουν για μένα, τι στοιχεία έχουν ανακαλύψει. Αρχί­ζω να σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να δραπετεύσω.

Για μεσημεριανό έχει σουτζουκάκια με κριθαράκι και σάλτσα. Πάλι μας υποχρέωσαν να κάνουμε επίκυψη και μας χτύπησαν με κλομπ στον πισινό. Κοιμήθηκα λίγο το απόγευμα.

Μες στο κελί μου υπάρχει μια πρίζα. Στο μπάνιο βρήκα ένα κομμάτι σύρμα. Το κόβω και του δίνω το σχήμα διχάλας, έτσι που τα δύο του άκρα να μπορούν να μπούνε στην πρίζα. Στο κέντρο της διχάλας τοποθετώ για μόνωση ζελατίνα από πα­λιά φάρμακα που βρήκα στο μπάνιο. Μ’ αυτό το εργαλείο θα μπορούσα, βάζοντάς το στην πρίζα, να κάψω την ασφάλεια και να κάνω τα φώτα να σβήσουν. Το κρύβω καλά στο εσωτερικό μέρος του σακακιού μου μέχρι να ολοκληρώσω το σχέδιό μου.

Βραδινό -πατάτες τηγανητές, αυγό και κρέμα. Γυρίζοντας στο κελί μου ο Τσέλιγκας μου ‘ριξε μια κλοτσιά κι ένα χαστούκι. Εχω ένα μεγάλο μελάνιασμα στον αριστερό μηρό. Μου ’δωσαν χάπια (daxaids) για το έλκος μου. Ακούω τους σκοπούς έξω να παίζουν ξύλο μεταξύ τους και να κραυγάζουν σαν ζώα. Κοιμή­θηκα λίγο αλλά δεν ταλαιπωρήθηκα αυτή τη νύχτα.

 

8 Μαρτίου, Πέμπτη

Δύο φορές το πρωί με υποχρέωσε ο Πέτρου να κάνω επίκυψη και με χτύπησε με το κλομπ από δώδεκα ξυλιές την κάθε φορά. Πόνεσα. Ο πισινός μου έχει αρχίσει να παραμορφώνεται. Πα­ρουσιάζει κυματισμούς.

Δεν έχω πια πυρετό. Μεσημεριανό -σούπα, κοτόπουλο (ράχη), σαλάτα και μήλο.

Μετά το φαγητό με οδηγούν στο κελί No 0 για ανάκριση. Με περιμένει ο λοχαγός Αντωνόπουλος. Χοντρός, με μουστάκι, απλοϊκός στους τρόπους και στη σκέψη, δεν θυμίζει καθόλου στρατιωτικό. «Εσύ είσαι ο Κανελλάκης;» με ρωτάει. Προφανώς αλλιώς με είχε φανταστεί και δεν κάνει καμιά προσπάθεια να κρύψει την έκπληξή του.

«Γιατί, ρε Κανελλάκη, δεν μας λες αυτά που σου ζητάμε; Αφού στο τέλος θα τα πεις. Ξέρεις πού έχεις μπλέξει; Ξέρεις τι θα πει ΕΣΑ; Για έλα κάτσε εδώ κοντά μου».

Και μ’ αυτόν τον «εγκάρδιο» τόνο συνεχίστηκε η ανάκριση.

Ενώ απαντούσα στις ερωτήσεις, προσπαθούσα να δω τι είχε μέσα στα ντοσιέ μπροστά του, που είχε πάρει απ’ το γραφείο μου. Σε μια στιγμή είδα ένα χαρτί και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι? Προσπάθησα να συγκρατηθώ. Δεν ήξερα αν το είχαν εκτιμήσει σωστά. Ίσως επίτηδες μ’ άφησε να το δω για να με­τρήσει τις αντιδράσεις μου. Αισθανόμουν χάλια. Ήθελα να κάνω εμετό. Ζήτησα να πάω στην τουαλέτα. Έριξα λίγο νερό στο πρό­σωπό μου και συνήλθα.

Μετά από δύο ώρες ανάκριση είχα πια βεβαιωθεί ότι είχαν στα χέρια τους στοιχεία που αποδείκνυαν ότι η τελευταία μου κατάθεση δεν έστεκε. Τριάντα τέσσερις κόλλες διαγωνισμού ψέματα.

Σκεφτόμουν τις συνέπειες, το ξύλο, και μου ερχόταν ίλιγγος. Γυρνώντας στο κελί μου ο Πέτρου με χτυπάει με το κλομπ στον πισινό. Αρχίζω να γράφω νέα κατάθεση απ’ την αρχή. Είναι το τρίτο κείμενο. Το ηθικό μου είναι πολύ πεσμένο.

Βραδινό -πατάτες τηγανητές κι αυγό.

Κρυώνω. Όλα τα κουμπιά του σακακιού μου έχουνε κοπεί από τα τραβήγματα. Πάνω στο μαξιλάρι μου είναι γραμμένο το όνομα του Στάθη Παναγούλη. Προσθέτω κι εγώ το δικό μου από κάτω με μικρά γράμματα.

 

9 Μαρτίου 1973, Παρασκευή

Από ίο κελί No 5 ακούω τον ανακριτή του Νίκου του Καραμαν­λή (έναν χοντρό λοχαγό) να ωρύεται. Ακούγεται καθαρά κι η φωνή του Νίκου αλλά δεν μπορώ να παρακολουθήσω τα λόγια τους.

Ο πισινός και οι μηροί μου έχουν πάρει ένα χρώμα σκούρο μπλε. Σκίζω τη φόδρα από το σακάκι μου και τη φοράω μέσα απ’ το σώβρακό μου σαν μαξιλαράκι, για να αντέχω περισσότε­ρο στα χτυπήματα.

Κατά τις δέκα αρχίζει πάλι η ανάκριση. Τώρα είναι και οι δύο λοχαγοί, Αντωνόπουλος και Τσάλας. Είναι και οι δύο συγκρα­τημένοι και σπάνια παραφέρονται. Με κερνάνε καφέ και τσι­γάρο. Βασική τους επιδίωξη από την αρχή της ανάκρισης ήταν να ανακαλύψουν ποιος κρύβεται πίσω μου, από ποιον έπαιρνα γραμμή. Τους είναι αδύνατο να δεχτούν ότι οι ενέργειές μου οφείλονταν σε δική μου πρωτοβουλία. Η ανάκριση κρατάει ώς τις 4 περίπου το απόγευμα, μ’ ένα διάλειμμα για φαγητό (φα­σολάδα).

Ο Αντωνόπουλος είναι ανεπιτήδευτος και χωρατατζής. Γε­λάει συχνά και άνετα. Στην καθημερινή του ζωή θα μπορούσε να θεωρείται ανοιχτόκαρδος άνθρωπος και καλός οικογενειάρ­χης. Δεν δείχνει κανέναν ενδοιασμό ή ενοχές για ό,τι κάνει. Θα μπορούσε να δώσει εντολή να σε εκτελέσουν και μετά να πάει να πάρει τα παιδιά του από το σχολείο, διατηρώντας την ίδια καλόκαρδη έκφραση στο πρόσωπό του. Δεν άργησα να ανακαλύψω ότι από πλευράς ανθρώπινων συναισθημάτων ήταν απόλυτα ψυχρός.

Ο Τσάλας είναι διαφορετικός. Πιο νέος, κάπου 35 χρόνων.

Του λείπει η σιγουριά και η άνεση του Αντωνόπουλου.

Με το φέρσιμό του προσπαθεί να σε πείσει ότι πρέπει να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να συγκρατήσει το πατριωτικό πάθος που τον πνίγει. Φανατικός, χωρίς ξεκαθαρισμένες θέ­σεις ή απόψεις. Απ’ το ντύσιμό του κι από ορισμένες ερωτήσεις γύρω από την ιδιωτική μου ζωή γίνεται φανερό ότι πάσχει από ταξικά συμπλέγματα.

Πριν τελειώσει η ανάκριση με ρωτάνε αν θα ήθελα να γράψω ένα σημείωμα στη μητέρα μου, να μην ανησυχεί. Γράφω μόνο δυο λόγια: ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ. Εχω στον νου μου το ομώνυμο ποίημα του Λουντέμη. Μου υπόσχονται ότι θα της το δώσουν.

Αργότερα έμαθα πως δεν το έλαβε ποτέ.

Με γυρίζουν στο κελί μου. Αισθάνομαι καλύτερα από χθες. Έχω την εντύπωση πως αρχίζω να τους πείθω ότι αυτή η κατά­θεσή μου λέει την αλήθεια. Για βραδινό έχει ψάρι με χόρτα κι ένα μήλο. Συνεχίζω το γράψιμο. Κοιμήθηκα αρκετά καλά.

 

10 Μαρτίου 1973, Σάββατο

Μου φέρνουν ρούχα ν’ αλλάξω. Τα εσώρουχά μου είναι κυρι­ολεκτικά μαύρα. Φαίνεται πως το ξύλο προκαλεί εφιδρώσεις. Βλέπω για πρώτη φορά τους ώμους, τα μπράτσα και την πλάτη μου. Είναι όλα μελανιασμένα μ’ ένα αφύσικο βιολετί χρώμα. Κατά τις οχτώ το πρωί με πάνε πάλι στο κελί No 0, όπου με περιμένουν ο Αντωνόπουλος κι ο Τσάλας. Απ’ την πρώτη ματιά καταλαβαίνω πως τα πράγματα δεν πάνε καλά. Προφανώς δεν τους ικανοποιεί πάλι η κατάθεσή μου (η τρίτη), που είχα αρχίσει να γράφω από την Πέμπτη. «Κανελλάκη», μου λέει ο Αντωνό­πουλος, «νομίσαμε πως είχες βάλει μυαλό, πως είχες καταλάβει με ποιους έχεις να κάνεις, αλλά εσύ συνεχίζεις τα ίδια, νομί­ζεις πως εμείς εδώ παίζουμε». Ξαφνικά μπαίνει στο δωμάτιο ο Χατζηζήσης. Οι δύο λοχαγοί στέκονται αμέσως προσοχή. Εγώ βρίσκομαι σε αμηχανία. Αν σηκωθώ, θα δείξω έναν σεβασμό βλακώδη. Ίσως το πάρουν και ως ειρωνεία. Προτιμώ να μείνω καθιστάς.

Καθώς όμως όλοι με κοιτάζουν άγρια και δεν μιλάει κανένας, για καλό και για κακό σηκώνομαι.

0 Χατζηζήσης συνηθίζει τα λογύδρια. Σήμερα είναι λακω­νικός: «Ακόμα δεν έχεις καταλάβει πού έμπλεξες», αρχίζει. Και συνεχίζει λέγοντας πως το κακό που έχω κάνει στο έθνος δεν μπορεί να ξεπληρωθεί με τίποτα, ότι το μόνο θετικό μου στοι­χείο είναι η εθνικόφρων οικογενειακή μου προέλευση, ότι ακό­μα υπάρχει ελπίδα να σωθώ και ότι στο τέλος θα τους έλεγα περισσότερα από όσα μου ζητούσαν. Ακόμη με παρακινεί να λυ­πηθώ τον πατέρα μου, που είχε πάει να τον παρακαλέσει να με δει. Αυτό, καθώς έμαθα αργότερα, ήταν ψέματα.

Μόλις φεύγει ο Χατζηζήσης, σηκώνεται ο Αντωνόπουλος. «Κανελλάκη», μου λέει (πάντα έτσι άρχιζε τη φράση του), «τε­λειώσανε τ’ αστεία, υπάρχει άλλος τρόπος να σε κάνουμε να μιλήσεις». Φωνάζει τον Πέτρου και του λέει να με πάρει. Ρωτάω τι ακριβώς θέλουν να τους πω. Αντί γι’ απάντηση μου δίνουν ένα σημείωμα που πάνω έχουν γράψει δύο λέξεις:

1) Καθοδήγησις.

2) Βόμβαι.

Βρίσκομαι πάλι στο κελί μου. Τα ‘χω λίγο χαμένα. Δεν μπορώ να πιστέψω πως με περιμένει χειρότερη μεταχείριση. Αισθάνο­μαι κοντά στα όρια της βιολογικής μου αντοχής.

Σε λίγο ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Πέτρου. Χαμογελάει χαιρέκακα. «Πας για στήσιμο», μου λέει, «ακολούθα» και μου παίρνει τα φάρμακα που ‘χω για το στομάχι μου. Δεν καταλα­βαίνω τι εννοεί. Με οδηγεί απέναντι στο κελί No 6, που είναι τεράστιο και άδειο. Μοναδικό έπιπλο ένα μικρό σιδερένιο κομο­δίνο στον τοίχο. Κρεβάτι δεν υπάρχει.

Εδώ περιμένουν δυο άλλοι εσατζήδες. Με τοποθετούν στη μέση του δωματίου, έτσι που να απέχω από τον κάθε τοίχο του­λάχιστον δύο μέτρα και με την πόρτα του κελιού πίσω μου. «Θα σταθείς εδώ», μου λένε, «σε στάση προσοχής, τα χέρια τεντω­μένα κάτω και θα κοιτάζεις το ταβάνι. Αν κάνεις πως κουνιέσαι ή πως ξύνεσαι, χάθηκες».

Από πίσω μου, ακουμπισμένος στον τοίχο, στέκεται ένας εσατζής μ’ ένα κλομπ στο χέρι. «Κάθε φορά που θα λυγίζεις ένα πόδι», μου λέει, «θ’ αρπάζεις κι από μια διάσειση».

Καταλαβαίνω πως η δοκιμασία μου έγκειται σε πολλές ώρες ορθοστασία. Πάλι καλά. Στέκομαι σε στάση προσοχής και περι­μένω.

Σε μισή ώρα κιόλας έχω κουραστεί. Με πονάει η μέση. Είναι αδύνατον να στέκεσαι συνέχεια προσοχή. Ο σκοπός πίσω μου δεν μιλάει καθόλου. Διαβάζει «Αθλητική». Κάποια στιγμή κου­νάω μηχανικά το χέρι για να ξύσω την πλάτη μου. Αμέσως ο σκοπός φωνάζει μέσα τον άλλον εσατζή και με χτυπάνε και οι δύο μαζί με κλομπ. Με χτυπάνε στο κεφάλι. Όταν πιάνω με τα χέρια το κεφάλι μου με χτυπάνε στα δάχτυλα. Κάποτε σταμα­τάνε. «Αν θέλεις», μου λένε, «ξανακουνήσου». Με βάζουν πάλι στο ίδιο σημείο, στην ίδια στάση. Αρχίζουν να περνάνε οι ώρες. Ένας σκοπός με κλομπ, που αλλάζει κάθε δύο ώρες, στέκεται συνέχεια πίσω μου. Κάθε λίγο δέχομαι χτυπήματα επειδή κουνήθηκα. Πονάει το κεφάλι μου κι έχω ζαλάδες. Ζητάω φάρμακα για το στομάχι μου αλλά δεν μου δίνουν. «Ετσι κι αλλιώς θα πεθάνεις», μου λένε. Είναι φανερό πως χρησιμοποιούν τη στέρηση των φαρμάκων και τους πόνους του στομαχιού σαν πρόσθετο μέσο για να με κάνουν να μιλήσω.

Το μεσημέρι μου φέρνουν ένα πιάτο ρύζι. Με αναγκάζουν να φάω χωρίς να ακουμπάω με το άλλο χέρι στο κομοδίνο, για να μην ξεκουράζομαι. Διψάω πολύ. Ζητάω νερό. Χαμογελάνε με νόημα. «Πρώτα θα μιλήσεις», μου λένε, «και μετά θα πιεις νερό».

Αρχίζουν να περνάνε οι απογευματινές ώρες. Οι σκοποί μου εναλλάσσονται διαρκώς. Καθένας τους προσπαθεί να είναι πιο άγριος απ’ τον προηγούμενο. Σιγά σιγά νυχτώνει. Αισθάνομαι σαν να είμαι φυτεμένος. Δεν μ’ αφήνουν ούτε το ένα μου πόδι να λυγίσω. Η μέση μου πονάει πολύ. Διψάω. Φαίνεται πως η ορθοστασία φέρνει δίψα.

Βραδινό πάλι στο κομοδίνο. Το φαγητό δεν κατεβαίνει γιατί το στόμα μου είναι ξερό. Μου δίνουν μισό ποτήρι νερό. Μ’ αφή­νουν να πάω στην τουαλέτα. Είκοσι βήματα να πάω και είκοσι να γυρίσω. Με ξεκουράζει.

Η νύχτα προχωράει. Αρχίζουν να πονάνε τα πόδια μου. Νυ­στάζω. Μόλις γέρνω λίγο, με χτυπάνε. Απ’ τα χτυπήματα στους μηρούς έχω πάθει κάτι σαν σοκ. Κάθε λίγο ένα ρίγος με συγκλο­νίζει ολόκληρο, σαν να με περνάει ηλεκτρικό ρεύμα.

Η πόρτα του κελιού πίσω μου μένει πάντα ανοιχτή. Ο σκοπός μου συζητάει και κάνει χυδαία αστεία με τους δεσμοφύλακες. Πού και πού αναφέρονται και σε μένα.

Αργά το βράδυ έρχονται διάφοροι εσατζήδες στο κελί μου για να παρακολουθήσουν το θέαμα. Περνάνε πολλοί από μπροστά μου. Καθένας βρίζει ή ειρωνεύεται. Κάποιος με φτύνει. Ένας, βρίζοντας, αρχίζει ν’ ανάβει μέχρι που τον πιάνει κάτι σαν παρο­ξυσμός. Μ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά και μου δίνει μια γροθιά στο στομάχι. Λυγίζω στα δύο. Ήταν πολύ δυνατή. Μπαίνει στη μέση ο Τσέλιγκας. «Μη και τον έχω εγώ χρεωμένο». Μου ‘χει κοπεί η ανάσα. Με ξαναστυλώνουν. Αισθάνομαι χάλια. Είμαι έτοιμος να καταρρεύσω. Κάποιος μου πετάει μια χούφτα χαρτοπόλεμο στο πρόσωπο.

«Καλές γιορτές», μου λέει. Ήταν Σάββατο βράδυ, 10 Μαρτί­ου, τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς.

 

11 Μαρτίου 1973, Κυριακή

Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Καταλαβαίνω ότι δεν έχουν σκοπό να μου δώσουν κρεβάτι να κοιμηθώ. Καμιά φορά τυχαίνει ένας σκοπός να μου μιλήσει, να με ρωτήσει κάτι για την ιδιωτική μου ζωή. Τέτοιες στιγμές με αναζωογονούν. Με ξυπνάνε. Μου θυ­μίζουν ότι είμαι άνθρωπος ανάμεσα σ’ ανθρώπους. Άμα όμως κάνω πως κουνιέμαι, αγριεύουν και χτυπάνε.

Νιώθω έντονα την ανάγκη να στηριχτώ για λίγο κάπου. Να πάρω λίγη δύναμη. Αποφασίζω να πέσω κάτω. Να κάνω πως λιποθυμάω. Δεν έχω να χάσω τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, κάθε τόσο με χτυπάνε. Λυγίζω τα γόνατά μου και πέφτω με την πλάτη στο μωσαϊκό. Παριστάνω τον αναίσθητο. Ο σκοπός πίσω μου βγάζει φοβερές κραυγές. «Σήκω απάνου κέρατά». Αισθάνομαι το κλομπ του στα νεφρά μου. Συγχρόνως ορμάει μες στο κελί ο Τσέλιγκας. Σαν να την περίμενε αυτή τη στιγμή. Νιώθω έναν δυνατό πόνο στο κρανίο. Κάποιος με πατάει με αρβύλα στο κε­φάλι και τη στριφογυρίζει όπως σβήνουν το τσιγάρο. Αισθά­νομαι τους κροτάφους μου να παραμορφώνονται κάτω απ’ το βάρος. Δεν αντέχω. Φωνάζω. Με σηκώνουν πάλι όρθιο. Ο Τσέ­λιγκας συνεχίζει να με χτυπάει με μπουνιές και χαστούκια. «Έτσι και ξανακάνεις πως λιποθυμάς», μου λέει, «δεν θα σε αναγνω­ρίσει η μάνα σου».

Ξαναρχίζει η ορθοστασία. Αυτή τη φορά με χτύπησαν άσχη­μα. Το κλομπ με βρήκε στη σπονδυλική στήλη και πονάει. Η αρι­στερή πλευρά του προσώπου μου είναι πρησμένη και με καίει. Δεν μ’ αφήνουν ν’ ακουμπήσω ούτε το πρόσωπό μου με το χέρι μου. Είμαι πραγματικά εξαντλημένος. Από κάπου ακούγεται ένα ροχαλητό.

Το πιο ανυπόφορο είναι που δεν μου μιλάει κανένας, που τίποτα δεν σπάει τη μονοτονία της νύχτας. Η γλώσσα και τα χείλια μου είναι σαν πετσί. Αισθάνομαι τα πόδια μου που αρχί­ζουν και πρήζονται. Θέλω να λιποθυμήσω στ’ αλήθεια αλλά το θεωρώ απίθανο.

Πέφτω πάλι. Με τα χέρια βαστάω το στομάχι μου. Ο σκοπός με χτυπάει με το κλομπ στο κεφάλι. Ο Τσέλιγκας με κλοτσάει στην πλάτη. Μένω ακίνητος σαν να ήμουν αναίσθητος. Σταμα­τάνε τα χτυπήματα. Κάποιος φεύγει και ξαναγυρίζει μ’ ένα πο­τήρι νερό. Μου το πετάνε στο πρόσωπο. Κάνω πως συνέρχομαι. Με ξαναστήνουν όρθιο. Έμεινα κάπου τρία λεπτά ξαπλωμένος στο μωσαϊκό. Ήταν μεγάλο κέρδος. Αλλά ακόμα σπουδαιότερο είναι που μπορώ τώρα και τους πείθω πως λιποθυμάω στ’ αλή­θεια και πως υποφέρω σοβαρά απ’ το έλκος μου στο στομάχι.

Σε μισή ώρα ξαναπέφτω. Δεν με χτυπάνε, μόνο νερό μου ρίχνουνε. Αυτό είναι καλό. Σπάω τη μονοτονία, ξεκουράζομαι και συγχρόνως δροσίζω τα χείλια μου.

Συνολικά όλη τη νύχτα θα έπεσα κάτω 4-5 φορές. Τα μάτια του Τσέλιγκα έχουν κοκκινίσει απ’ τα συχνά ξυπνήματα. Βρί­ζει ασταμάτητα αλλά αποφεύγει πια να με χτυπάει. Έχει πειστεί πως κάτι συμβαίνει με το στομάχι μου. Μου δίνει και φάρμακα. Η ώρα θα είναι περίπου 5 το πρωί. Απότομα λέω πως έπαθα γαστρορραγία και πως πρέπει να με δει αμέσως γιατρός γιατί κινδυνεύω.

Ο Τσέλιγκας τα χρειάζεται. Ξυπνάει και φέρνει στο κελί μου τον αξιωματικό υπηρεσίας. Λέω τα ίδια. Κάνω πως υποφέρω από πόνους στο στομάχι. Ζητάω να με πάνε αμέσως στο νοσο­κομείο. Ο αξιωματικός διστάζει. Φοβάται τις ευθύνες. Τελικά μου δίνει μια καρέκλα να καθίσω. Τον έχω πείσει. Η ηδονή του καθισιού είναι απερίγραπτη. Έχω μείνει κάπου 20 ώρες όρθιος. Ακουμπάω το κεφάλι μου στο κομοδίνο και μισοκοιμάμαι. Έχει αρχίσει να ξημερώνει όταν μπαίνει στο κελί μου ο γιατρός, ο Κόφας. Με εξετάζει – σφυγμό και πίεση. Καταλαβαίνει βέβαια πως δεν έχω τίποτα. Ζητάω να με αφήσουν μόνο με τον για­τρό. Κάνει νεύμα και οι δεσμοφύλακες βγαίνουν έξω. Μένουμε οι δυο μας. Κάνω έκκληση στον ανθρωπισμό του. Του ζητάω να με εισαγάγει έστω για μία μέρα στο νοσοκομείο, μόνο για μία ιατρική εξέταση, να πάρω λίγες δυνάμεις, να μπορέσω να συνεχίσω. Τον διαβεβαιώνω ότι το έλκος μου, το στομάχι μου, βρίσκονται σε άθλια κατάσταση. Ότι το αποτέλεσμα των εξε­τάσεων θα ‘ναι τέτοιο που δεν θα τον εκθέσει. Ο Κόφας συ­νοφρυώνεται. Δείχνει να σκέφτεται σοβαρά το θέμα. Απότομα φαίνεται να πήρε μία απόφαση. «Νομίζω πως κάτι θα μπορέσω να κάνω», μου λέει, «μείνε δω καθισμένος και σε 5 λεπτά θα γυρίσω». Τον εκλιπαρώ να μη με εγκαταλείψει. Με διαβεβαιώνει κατηγορηματικά ότι το πολύ σε δέκα λεπτά θα γυρίσει να μου πει τι θα γίνει. Μένω ήσυχος. Φεύγει. Έκανα να τον ξαναδώ κάπου δέκα μέρες.

Σε λίγο κάποιος μου τραβάει απότομα την καρέκλα και με ρίχνει κάτω. Είναι ο Πέτρου. «Στήσου για να μην πεθάνεις» μου λέει. Δεν θέλω να πιστέψω πως θα με ξαναστήσουν όρθιο. Τα πόδια μου πονάνε μόνο που ακουμπάνε στο πάτωμα. Όμως βλέπω τον προσωπικό μου σκοπό, με το κλομπ στο χέρι, ν’ ανα­λαμβάνει πάλι υπηρεσία.

Ξαναρχίζει η ορθοστασία, ο εφιάλτης. Είμαι σε απόγνωση. Πόσο θα με κρατήσουν ακόμα;

Όλα τα γνωστά μου συμπτώματα ξαναρχίζουν. Ο πόνος στη μέση. Το πρήξιμο των ποδιών. Η μονοτονία, η νύστα, το ξύλο και, το χειρότερο απ’ όλα, η δίψα.

Οι σκοποί γίνονται πιο επιθετικοί. Με πιέζουν να μιλήσω. Καθένας τους φιλοδοξεί να με κάνει να λυγίσω στη διάρκεια της δικής του δίωρης βάρδιας. Καθένας είναι πιο άγριος απ’ τον προηγούμενο.

Για μεσημεριανό έχει κρέας με μακαρόνια. Πάλι μου δίνουν μισό ποτήρι νερό για να μπορέσω να καταπιώ το φαγητό. Δια­πιστώνω με έκπληξη πως δεν μπορώ να φάω ψωμί. Μου προκαλεί εμετό. Το κομοδίνο μου έχει επάνω μια μικρή μεταλλική ταμπέλα. Γράφει: «Δωρεά Τραπέζης Ελλάδος».

Αρχίζουν να περνάνε οι απογευματινές ώρες. Παρ1 όλο που είμαι χάλια, αισθάνομαι πως δεν θα μ’ εγκαταλείψουν ποτέ τε­λείως οι δυνάμεις μου. Διερωτώμαι πόσο αντέχει ο άνθρωπος.

Νυχτώνει. Βραδινό πάλι στο κομοδίνο, μαζί και το μισό ποτή­ρι νερό. Το μόνο αποτέλεσμα που είχε η πρωινή επίσκεψη του γιατρού είναι ότι αρχίσανε να μου ξαναδίνουν φάρμακα.

Η νύχτα προχωράει αλλά έχω πάψει πια να νυστάζω. Αισθά­νομαι μόνο εξουθενωμένος κι έχω μια διαρκή ζάλη.

Την ημέρα οι ώρες περνάνε σχετικά γρήγορα. Ακούγονται δι­άφοροι θόρυβοι, φωνές. Το μυαλό έχει με κάτι ν’ ασχοληθεί. Η νύχτα δεν περνάει με τίποτα. Και νυχτώνει νωρίς.

Στην τουαλέτα μού επιτρέπουν να πάω τρεις φορές την ημέρα, πριν από κάθε φαγητό. Πάντα όμως κάτω από παρακολού­θηση, για να μην πιω νερό από τη βρύση έξω από την τουαλέτα.

Απόψε ζητάω να πάω στην τουαλέτα εκτάκτως. Ο δεσμο­φύλακας, ο Πέτρου, λείπει εκείνη τη στιγμή. Ισχυρίζομαι πως έχω επείγουσα ανάγκη. Ο σκοπός μου διστάζει αλλά τελικά με οδηγεί στην τουαλέτα λέγοντάς μου να κάνω γρήγορα. Μπαίνω μέσα, κλείνω πίσω μου την πόρτα, πέφτω στο πάτωμα (ο καμπινές είναι τούρκικος) και πίνω νερό μέσ’ από τη λεκάνη. Φοβά­μαι να πιω πολύ, μήπως πάθω τίποτα. Μετά μένω ξαπλωμένος κάτω ανάσκελα, κάπου 2 ολόκληρα λεπτά. Ακουμπάω τα πόδια μου ψηλά στον τοίχο για να κατεβεί λίγο το αίμα και να ξεπρηστούν. Είναι απίστευτη η ηδονή. Ο σκοπός όμως μου χτυπάει την πόρτα να τελειώνω. Ξανασηκώνομαι με δυσκολία. Το σα­κάκι μου έχει μουσκέψει απ’ το νερό στο πάτωμα του μπάνιου. Το βλέπει ο σκοπός, καταλαβαίνει ότι ξάπλωσα κάτω και αρχίζει να με χτυπάει. Πρέπει να έχω τα χάλια μου γιατί φοβάται να με χτυπήσει δυνατά. Μακάρι να σκέφτονταν όλοι οι σκοποί έτσι.

Η νύχτα προχωράει. Οι σκοποί μου αλλάζουν. Αισθάνομαι τα πόδια μου να καίνε. Σε μια στιγμή ο σκοπός βγαίνει απ’ το κελί και μ’ αφήνει για δυο λεπτά μόνο. Βγάζω αμέσως τα παπούτσια και τις κάλτσες μου και πατάω με γυμνά πόδια στο πάτωμα. Το μωσαϊκό είναι ευχάριστα δροσερό. Πριν γυρίσει ο φρουρός ξαναφοράω τα παπούτσια μου χωρίς τις κάλτσες.

Η μονοτονία της νύχτας είναι μαρτύριο. Αποφασίζω να κάνω πάλι πως λιποθυμάω. Πέφτω. Απόψε όμως δεν είναι δεσμοφύ­λακας ο Τσέλιγκας αλλά ο Πέτρου. Αυτός δεν μ’ έχει χρεωμένο και βαράει μες στα όλα. Με χτυπάει με το κλομπ στις σόλες των παπουτσιών. Ξέρει πως έτσι όπως είναι ερεθισμένα τα πόδια μου, ο πόνος εκεί με σφάζει.

Σηκώνομαι απ’ το πάτωμα με την πρόθεση να μην ξαναπέσω. Δεν περνάει όμως μισή ώρα και πέφτω πάλι. Δεν ξέρω πια αν το κάνω επίτηδες ή αν πέφτω από εξάντληση.

Ζητάω συνέχεια φάρμακα daxaids για το στομάχι μου, όχι γιατί έχω πραγματικές ενοχλήσεις, αλλά επειδή μαζί με το φάρ­μακο μου δίνουνε και δυο δάχτυλα νερό.

Σε λίγο ξαναπέφτω. 0 Πέτρου με χτυπάει μ’ όλη του τη δύ­ναμη. Ο σκοπός το ίδιο. Έχουν και οι δύο κλομπ. Με σηκώνουν όρθιο και συνεχίζουν να με χτυπάνε. Βλέπω το κλομπ να κατε­βαίνει με τέτοια δύναμη πάνω στο κεφάλι μου, που είναι αδύ­νατον να πιστέψω πως δεν θα τ’ ανοίξει στα δύο. Σε μια στιγμή το κλομπ τού Πέτρου σπάει διαγώνια στα δύο. Αν δεν το ’βλεπα δεν θα το πίστευα. Έσπασε πάνω στην πλάτη μου και το μισό κομμάτι πετάχτηκε στην άλλη άκρη του δωματίου.

Ημερ. Δημοσίευσης:21 April 2017 6:40 am

Πηγή: sarantakos.wordpress.com

Συγγραφέας:sarant

Βαθμολογία Αναγνωστών
[Σύνολο: 0 Μέσος Όρος: 0]
Tags

Related Articles