Οι μόνες μνήμες που έχω από τον παππού μου είναι χάρη σε κάποια άλμπουμ με φωτογραφίες, από την εποχή που ακόμη εκτυπώναμε φιλμ. Εγώ, ένα στρουμπουλό μωρό με μπούκλες και λουλουδάτα φουστάνια και εκείνος, ένας ψαρομάλλης χαμογελαστός κύριος που στις περισσότερες φωτογραφίες με έχει στην αγκαλιά του. Ήμουν δύο ετών όταν πέθανε, οπότε είναι σαν να μην τον γνώρισα ποτέ. Άκουγα όμως γι’ αυτόν πόσο δουλευταράς ήταν, πόσο αγαπούσε τη γιαγιά μου και τα παιδιά του και πως απ’ όλα του τα εγγόνια είχε αδυναμία σε εμένα, επειδή ήμουν το μόνο κορίτσι και, μάλιστα, είχα το όνομα της γυναίκας του. 

Από την άλλη, τη γιαγιά μου θα έλεγα ότι τη γνωρίζω καλύτερα από όλους τους συγγενείς μου. Με πρόσεχε ατελείωτες ώρες όσο οι γονείς μου ήταν στη δουλειά ή έβγαιναν τα σαββατόβραδα και εγώ κοιμόμουν σε εκείνη. Παίζαμε, συζητούσαμε, βλέπαμε Λάμψη και ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Μου μιλούσε για τη ζωή της οικογένειας στην Κωνσταντινούπολη και για το πώς έφτασαν πίσω στην Ελλάδα. Προσπαθούσε να μου μάθει μερικά τουρκικά, την έβλεπα να μαγειρεύει και μου έλεγε τα μυστικά υλικά που κάνουν το φαγητό της τόσο ξεχωριστό. Επίσης, αντί να με διαβάζει εκείνη στα μαθήματα του σχολείου, έκανα εγώ τη δασκάλα της επειδή εκείνη είχε καταφέρει να τελειώσει μόνο το Δημοτικό. Θα λέγαμε ότι είναι η κλασική Ελληνίδα γιαγιά, αφοσιωμένη στο νοικοκυριό της και την οικογένειά της, που πηγαίνει την Κυριακή στην εκκλησία, νηστεύει 200 φορές τον χρόνο, φοράει μαύρα στο πένθος, αλλάζει κανάλι όταν φιλιούνται στην τηλεόραση, δεν βρίζει ποτέ, έχει γεμίσει το σπίτι σεμεδάκια, όποτε έχεις πονοκέφαλο σε ξεματιάζει αντί να σου δώσει παυσίπονο και θαρρείς πως μόνος σκοπός της ζωής της είναι να σε δει νυφούλα.

«Είχα και εγώ έναν απαγορευμένο έρωτα, όταν ήμασταν ακόμη στην Κωνσταντινούπολη».

Πλέον, δεν τη βλέπω συχνά. Ζούμε σε διαφορετική συνοικία και λόγω της δουλειάς, η καθημερινότητά μου, δυστυχώς, την έχει αφήσει απ’ έξω. Πριν από μερικές ημέρες όμως, είχα πάει σπίτι της. Μου έψησε ελληνικό καφέ και μου έφερε δίπλα ένα παξιμάδι – όπως μου βουτούσε στον δικό της καφέ, όταν ήμουν μικρή. Καθίσαμε αντικριστά στις πολυθρόνες που καθόμαστε πάντα. Ήταν που ήταν μικροκαμωμένη, τα γηρατειά την έχουν κάνει τοσοδούλα. Η μαμά μου με είχε προειδοποιήσει ότι πολλές φορές μπορεί να με ρωτήσει τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά και ίσως αυτό είναι ένα από τα πρώτα σημάδια άνοιας. Μιλήσαμε για τη δουλειά μου, μου κατηγόρησε τις κόρες της, με ρώτησε δυο-τρεις φορές αν έχω βρει κάνα καλό παιδί και προσευχήθηκε άλλες τόσες να ζήσει να πιάσει δισέγγονο από εμένα. Όσο της εξιστορούσα την τελευταία άδοξη ιστορία που είχα με ένα αγόρι, με διέκοψε. «Είχα και εγώ έναν απαγορευμένο έρωτα, όταν ήμασταν ακόμη στην Κωνσταντινούπολη. Τον είχα ερωτευτεί πολύ. Δεν το ξέρει κανείς, το λέω σ’ εσένα».

«Δεν ήταν Έλληνας. Ήταν Τούρκος»

Η γιαγιά μου είχε παντρευτεί λίγο μετά την ενηλικίωσή της με προξενιό. Ο παππούς μου, 15 χρόνια μεγαλύτερός της, ήταν έμπορος και ταξίδευε συνέχεια. «Ήταν ένας γείτονάς μας, πολύ όμορφο αγόρι, στην ηλικία μου. Είχαμε ερωτευτεί, αλλά δεν γινόταν να είμαι μαζί του. Κανείς δεν το έμαθε ποτέ. Θα με σκότωναν. Δεν γινόταν να χωρίσω και να είμαι μαζί του, επειδή δεν ήταν δικός μας. Δεν ήταν Έλληνας. Ήταν Τούρκος». Όσο μου τα έλεγε, αναρωτιόμουν αν η ιστορία ήταν κάποιο δημιούργημα της φαντασίας της λόγω της άνοιας στην οποία είχε αναφερθεί η μητέρα μου ή όντως η γιαγιά μου απατούσε τον παππού μου. Όμως, όσο έμπαινε σε λεπτομέρειες, κάθε αμφιβολία έφευγε. «Μη νομίζεις ότι κι ο παππούς σου ήταν κανένας πιστός άνδρας. Μου έκανε πολλά, μη σου τα λέω. Σε όλα αυτά τα ταξίδια που έλειπε για μήνες, λες να μην είχε γκόμενες; Εγώ τι να έκανα; Αφού έλειπε και τον αγαπούσα τον άλλον». Όταν πια ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν, η γιαγιά μου έκλαιγε για όσα άφησε πίσω, αλλά και για εκείνον τον έρωτα που δεν είδε ποτέ ξανά. Όσο μου μιλούσε, αναρωτιόμουν αν κάποιο από τα παιδιά της ήταν δικό του. «Όχι, όχι», είπε με σιγουριά. «Όλα είναι του παππού σου».

Όλα αυτά τα χρόνια, τόσο εγώ όσο και η μητέρα μου, αντιμετωπίζαμε τη γιαγιά μου ως μία συντηρητική γυναίκα που δεν θα καταλάβαινε την προοδευτική -για τα δεδομένα της εποχής της- ζωή που κάνουμε. Όμως, πόσο προοδευτικές θα ήμασταν εμείς με εκείνη; Τα παιδιά περιμένουμε από τους γονείς μας να αποδεχτούν όλες τις επιλογές μας, ακόμη και τις πιο ακραίες. Είμαστε όμως εμείς έτοιμοι να αποδεχτούμε τις επιλογές των γονιών μας; Είμαστε πραγματικά ανοιχτόμυαλοι απέναντί τους – πόσο μάλλον απέναντι στους παππούδες μας; Δεν θα μου συγχωρήσω ότι τη γιαγιά μου πάντα την αντιμετώπιζα ως μια γιαγιούλα που μας μεγαλώνει, μας μαγειρεύει και ως εκεί. Δεν μου συγχωρώ ότι δεν αναρωτήθηκα ποιες ήταν οι δικές της ανάγκες, αν αυτό την ικανοποιούσε ή την καταπίεζε και αν, ακόμη και αν ο παππούς μου την αγάπησε, εκείνη μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ και να κάνει παιδιά με έναν άνδρα που όσο καλός και αν ήταν, δεν τον είχε επιλέξει. Ίσως ακόμη δεν μου συγχωρώ ότι για μια στιγμή σοκαρίστηκα, όταν μου είπε αυτήν την ιστορία, ενώ αν μου έλεγε μια φίλη μου, για παράδειγμα, ότι απάτησε τον άνδρα της, δεν θα μου φαινόταν τόσο περίεργο. Όπως και να ‘χει, τη γιαγιά μου την καταλαβαίνω και τη συγχωρώ.        

Περισσότερα από το VICE

Τσιτσάνης στο Παρίσι – Οι Έλληνες Ρεμπέτες που Μετανάστευσαν στην Ευρώπη

Πόσο Σωστό Είναι να μη Λες στον Άνδρα που σε Άφησε Έγκυο ότι θα Κάνεις Έκτρωση;

Η Ιστορία του «Κάστρο» που Συχνάζει στα Εξάρχεια και Έζησε μια Ελεύθερη Ζωή (αν και Έχει Κάνει Φυλακή)

Ακολουθήστε το VICE στο  Twitter  Facebook  και  Instagram .

Ημερ. Δημοσίευσης:13 March 2017 9:03 am

Πηγή

Συγγραφέας:VICE Staff