O Albert Einstein, σε ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο Monthly Review το 1949 και έφερε τον τίτλο «Why Socialism?», αναφερόμενος στον καπιταλισμό, έγραψε ότι το μεγαλύτερο κακό του συγκεκριμένου οικονομικού συστήματος είναι πως «μια υπέρμετρα ανταγωνιστική στάση εμφυτεύεται στους μαθητές, οι οποίοι εκπαιδεύονται να λατρεύουν την άπληστη επιτυχία ως προετοιμασία για τη μελλοντική τους καριέρα». Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, ο καπιταλισμός έχει νικήσει. Είναι παντού, μέχρι και στο Survivor.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να δει κανείς Survivor. Στην πραγματικότητα είναι ένα τηλεοπτικό θέαμα ιδανικό για άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Μπορείς να γελάσεις, να σχολιάσεις, να δεις γυμνασμένα κορμιά να πλακώνονται κάτω από τον ήλιο. Και αν το δεις από άλλη πλευρά, είναι ένας τέλειος αντικατοπτρισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Ένας άλλος λόγος για να δει κανείς Survivor είναι πως τέτοια θεάματα «μας παρηγορούν». Όταν, για παράδειγμα, βλέπουμε ριάλιτι που περιέχουν κάποιο δράμα, νιώθουμε καλύτερα για τα προσωπικά μας προβλήματα, διότι τα συγκρίνουμε αυτόματα, πλήρως εγωκεντρικά και ατομικιστικά, με χειρότερα προβλήματα συνανθρώπων μας. Όταν αυτό το ριάλιτι δεν περιλαμβάνει δράμα αλλά γκλαμουριά, μας δίνει την εικόνα του ανθρώπου που θέλουμε να μοιάσουμε.

Το Survivor και η πάλη των τάξεων

Ίσως η επιτυχία του φετινού Survivor κρύβεται ακριβώς εκεί, αφού έχει και τα δύο. Αυτή η μικρογραφία της κοινωνίας που παρακολουθούμε από τους τηλεοπτικούς δέκτες, έχει μητέρες που «πήγαν εκεί για τα παιδιά τους», πρώην μισθοφόρους, wannabe επιχειρηματίες που θέλουν να ζήσουν το όνειρο και μάνατζερ ράγκμπι σε μια χώρα που είναι ζήτημα να παίζουν ράγκμπι ερασιτεχνικά 100 άνθρωποι. Παράλληλα έχει και την κάστα των celebrities, που ενώ πεινούν, κάνουν όλη μέρα γιόγκα και γυμναστική, με αποτέλεσμα να έχουν κοιλιακούς και στην πλάτη. 

Βρίσκονται από τη μια, οι απλοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που μέχρι χθες ήταν γνωστοί μόνο στον περίγυρό τους και από την άλλη, άνθρωποι που γνωρίζουμε μέσα από το γυαλί. Αν κάποιος παρακολουθήσει κάποια επεισόδια, βλέπει πως οι μεν «Μαχητές» προβάλλονται σαν τον λούμπεν λαουτζίκο που αναλώνεται σε μικρότητες, μηχανορραφίες και γκρίνια. Οι δε «Διάσημοι» παρουσιάζονται σαν προσωπικότητες που διασκεδάζουν την πείνα τους κάνοντας πλάκα και κυρίως σαν άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν να έχουν πάει πενταήμερη, παρά την πείνα που νιώθουν. Μόνο και μόνο από τα ονόματα των ομάδων που χωρίζονται ανάμεσα σε «Μαχητές» και «Διασήμους», δημιουργείται αυτόματα η εικόνα των διαφορετικών τάξεων. 

Πέρα από συμβολικά στοιχεία, βέβαια, υπάρχουν και πραγματικές «αξίες» που εφαρμόζονται παρόμοια στο παιχνίδι που γυρίζεται στη Δομινικανική Δημοκρατία, αλλά παράλληλα διέπουν την καπιταλιστική κοινωνία. Ακούσαμε από ενήλικες, ατάκες όπως «Δεν είναι αντρίκιο ρε, να ζητάς την πατάτα του άλλου» ή ανάμεσα σε διενέξεις για να καθησυχαστούν τα πνεύματα, έχει ακουστεί το επιχείρημα «Μην του δίνεις σημασία, αυτός έχει φάει, δεν ξέρει από πείνα».

Στην πραγματικότητα, οι παίκτες που βρίσκονται εκεί, είτε είναι «διάσημοι» είτε όχι, έχουν δύο πολύ βασικά κίνητρα. Το ένα είναι η προβολή που επιζητούν – και την πετυχαίνουν. Το δεύτερο όμως και το ισχυρότερο είναι τα χρήματα, εκτός κι αν πιστεύει κανείς πως δήλωσαν συμμετοχή για να μένουν πεινασμένοι, να τρώνε καρύδες τρεις μέρες συνεχόμενα και να λιποθυμούν. Όπως και στο Survivor, έτσι και στην εργασία, οι άνθρωποι δουλεύουν για να βγάλουν χρήματα ώστε να επιβιώσουν ή για να κάνουν καριέρα, ή και τα δύο, βάζοντας συνήθως σαν γνώμονα τα παραπάνω και όχι τόσο τις συνθήκες στις οποίες εργάζονται ή επιβιώνουν. 

Στην περίπτωση του Survivor, αυτός που καρπώνεται την υπεραξία των «εργαζόμενων» παικτών είναι η παραγωγή του παιχνιδιού και κατ’ επέκταση το κανάλι που τους φιλοξενεί. Μπορεί οι ίδιοι να παίρνουν κάποια χρήματα και υποθέτω πως οι «Διάσημοι» παίρνουν παραπάνω (αν δεν είναι αυτό ταξική διαφορά, τι είναι;), όμως τα περισσότερα χρήματα καταλήγουν στο κανάλι. Στην πραγματική ζωή αυτό το κάνει ο εργοδότης, ο οποίος βασίζεται στις ικανότητες του υπαλλήλου για να βγάλει επιπλέον κέρδος, καμιά φορά χωρίς ο ίδιος να κάνει τίποτα.

Τα 100.000 ευρώ

Και στις δύο περιπτώσεις, δημιουργείται στους παίκτες-εργαζομένους -και στους πραγματικούς εργαζόμενους- η αίσθηση πως έχουν την ελευθερία της επιλογής. «Ό,τι ώρα θέλεις, φεύγεις. Αν δεν θέλεις, δεν αγωνίζεσαι». Στον αντίποδα όμως αυτής της υποτιθέμενης ελευθερίας, μπαίνει το κίνητρο. Αν μείνεις και ήσουν αρκετά καλός, στο τέλος της ημέρας μπορεί να φύγεις με ένα παστέλι και στο τέλος του παιχνιδιού με 100.000 ευρώ. Αντίστοιχα στην αγορά εργασίας, στο τέλος του μήνα θα έχεις έναν μισθό που θα θέλεις συνεχώς να αυξάνεται και ίσως στο τέλος της ζωής σου να έχεις καταφέρει να μαζέψεις κάποια χρήματα. Το ζήτημα είναι πως παρά το ότι οι εργαζόμενοι ή οι παίκτες ζουν και επιβιώνουν σε κακές συνθήκες, είναι εκείνοι που εκτίθενται σε κριτική και τα χρήματα που βγαίνουν από όλο αυτό πηγαίνουν κατά ένα ελάχιστο ποσοστό σε εκείνους (που φέρνουν και το κέρδος) και στο μεγαλύτερο ποσοστό στο «κεφάλαιο».

Ο ανταγωνισμός 

Φυσικά το πλέον καπιταλιστικό χαρακτηριστικό που επικρατεί είναι ένα: ανταγωνισμός. Επικρατεί σε αυτό το παιχνίδι η κουλτούρα «Ο θάνατός σου, η ζωή μου». Οι άνθρωποι χαίρονται επειδή θα φάνε ακόμη κι αν γνωρίζουν πως οι αντίπαλοί τους βλέπουν παραισθήσεις από την πείνα. Δεν είναι κατακριτέο. Όταν έχεις βάλει τον εαυτό σου σε μια διαδικασία και καταλήγεις να μην έχεις να φας επειδή δεν κέρδισες σε κάποιο αγώνισμα θα λειτουργήσει το ένστικτο της επιβίωσης. Θα σκεφτείς τον εαυτό σου. Παράλληλα θα έρθεις ένα βήμα πιο κοντά στα 100.000 ευρώ επειδή κατάφερες άλλη μια μέρα να φας και κυρίως θα απομακρύνεις κάποιον άλλο από το να τα πάρει. 

Ο πανούργος

Δεν υπάρχουν όμως φοβερές αψιμαχίες μεταξύ των αντίπαλων ομάδων. Μεταξύ των συμπαικτών μιας ομάδας, ο ανταγωνισμός για την επικράτηση είναι μεγαλύτερος. Είναι ο ίδιος ανταγωνισμός που επικρατεί για παράδειγμα σε ένα εργασιακό περιβάλλον, που θέλει τον ισχυρότερο να νικά δημιουργώντας κλίκες και εξαπολύοντας κατηγορίες προς τους συναδέλφους του, ενώ υποτίθεται πως λειτουργούν σαν ομάδα. Αν δεν είσαι παραγωγικός και αποδοτικός, αν δεν είσαι γκανιάν στις «δοκιμασίες» που έχει επιβάλει ο εργοδότης ή το κανάλι με τα αγωνίσματα, είναι θέμα χρόνου να αποχωρήσεις. Νομοτελειακά, σε ένα περιβάλλον που έχει δομηθεί με τόσο ανταγωνισμό, επικρατεί ο δυνατότερος, ο εξυπνότερος, ο πιο πανούργος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ψηφίζονται παίκτες που αρρώστησαν ή τραυματίστηκαν και εν τέλει αποχώρησαν, όπως ακριβώς θα συνέβαινε και σε μια δουλειά στην αγορά εργασίας όπου δεν θα ήσουν όσο παραγωγικός θα έπρεπε.

Το αξιοσημείωτο είναι πως τον ανταγωνισμό αυτό, την πείνα των παικτών στο Survivor και την πείνα των συμπολιτών μας την ενισχύουμε. Tην ψηφίζουμε. Στο Survivor με το να προσφέρουμε τηλεθέαση, άρα και περισσότερες διαφημιστικές εισφορές ή με δύο ευρώ και ένα μήνυμα για να παραμείνει κάποιος στο παιχνίδι. Στην κοινωνία με τη στάση, την ψήφο στην πολιτική ή την επιμονή σε ένα σύστημα αξιών που ευνοεί και ενισχύει την αποκτήνωση και την ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων. 

Το Survivor είναι απλώς ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι στο οποίο άνθρωποι ταλαιπωρούνται και με σαδιστικό τρόπο το παρακολουθείς και ψηφίζεις γι’ αυτό. Όπως πάνω-κάτω κάνεις και στην κοινωνία.

Περισσότερα από το VICE

Οι Γυναίκες που τα Έβαλαν με τη Χρυσή Αυγή

Φοιτήτριες που Πληρώνουν τα Πανεπιστημιακά Δίδακτρά τους Κάνοντας τις Ερωτικές Συνοδούς

Δέκα Ερωτήσεις που Πάντα Ήθελες να Κάνεις σε Έναν Αντιφασίστα

Ακολουθήστε το VICE στο TwitterFacebook και Instagram.

Ημερ. Δημοσίευσης:15 March 2017 10:25 am

Πηγή

Συγγραφέας:ΑΝΝΑ ΝΙΝΗ