Blogs

Όλα για καλό του Γιάννη Μακριδάκη « Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία


Ο τίτλος εσκεμμένα δεν έχει σημεία στίξης κι έτσι ίσως διαβάζεται με περισσότερους από έναν τρόπους, αλλά η συνοδευτική εικόνα μάλλον ξεκαθαρίζει τον σκοπό του άρθρου: θα μιλήσω για το καινούργιο βιβλίο του αγαπημένου μου συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, το «Όλα για καλό», που κυκλοφόρησε πριν από δυο μήνες από τις εκδόσεις «Εστία».

Το ότι ο Μακριδάκης είναι αγαπημένος μου συγγραφέας φρόντισα να το επισημάνω αποξαρχής -άρα, δεν είναι «αμερόληπτη» και «αντικειμενική» η παρουσίαση που θα κάνω. Από τότε που τον ανακάλυψα, έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία και αδημονώ για κάθε καινούργιο -και δύο από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς εδώ, το «Αντί Στεφάνου» πρόπερσι και το «Του Θεού το μάτι» το 2013.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, τις αρχές της οποίας παρουσίασε με λογοτεχνικό τρόπο στο Αντί Στεφάνου. Σε προηγούμενες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») και τώρα επανέρχεται στο προηγούμενο σχήμα αλλά με ουσιαστικές διαφορές.

Καταρχάς, το «Όλα για καλό» δεν είναι νουβέλα αλλά μυθιστόρημα -όχι μόνο εξαιτίας της έκτασης (230 σελίδες αντί για 100-110) αλλά και με βάση την πλοκή. Έπειτα, ενώ στις προηγούμενες νουβέλες η εξωτερική πολιτική επικαιρότητα αποτελούσε απλώς το κάδρο, εδώ παίρνει κεντρική θέση και καθορίζει την πλοκή. Και η επικαιρότητα αυτή, όπως υποδηλώνει και το εξώφυλλο, δεν είναι άλλη από την προσφυγική κρίση, τις μαζικές αφίξεις προσφύγων σε κάποιο νησί του Αιγαίου πάνω σε καρυδότσουφλα της συμφοράς. Ο τόπος δεν δηλώνεται με σαφήνεια, αλλά είναι η Χίος. Ο χρόνος δηλώνεται, 11 με 15 του Δεκέμβρη -του 2015 συμπεραίνουμε. Υπάρχουν βέβαια και οι αφηγήσεις των ηρώων, που μας πηγαίνουν μερικούς μήνες ή και πολλά χρόνια πίσω.

Ο αφηγητής, ο Δημοσθένης, είναι ένας από τους αλληλέγγυους που έχουν αφιερωθεί ολόψυχα στη διάσωση και την περίθαλψη των προσφύγων, μαζί με μιαν ελληνογερμανίδα, την Κατρίν, που άφησε την καλοπληρωμένη θέση της στο Βερολίνο για να αναζητήσει τις ρίζες της Ελληνίδας μητέρας της στο νησί. Τους συμπαραστέκεται ένας απόμαχος θαλασσόλυκος, ο καπτα Φώταρος, κι η γυναίκα του η Καλή, όνομα και πράμα -δικό της σύνθημα είναι το «Όλα για καλό» του τίτλου- η παλαίμαχη μαμή του χωριού και κάμποσοι άλλοι νεότεροι. Δεν είναι όλο το χωριό αλληλέγγυοι, υπάρχουν και αντίθετοι, από τον παπα-Σίωρο (Ισίδωρος πρέπει να είναι αυτό) που πετάει χρυσαβγίτικες κορόνες στο κήρυγμα ίσαμε τα κοράκια που κουρσεύουν τις σαπιόβαρκες των προσφύγων, αλλά αυτοί μένουν στο περιθώριο.

Όταν μια νύχτα η θάλασσα ξεβράζει έναν πνιγμένο πρόσφυγα φορτωμένον με δολάρια, οι αλληλέγγυοι αποφασίζουν να κρατήσουν τα χρήματα και με αυτά μετατρέπουν το σπιτάλι, το παλιό λεπροκομείο του νησιού, σε χώρο υποδοχής των προσφύγων, ενώ όσα περίσσεψαν τελικά τα χαρίζουν στο νεογέννητο προσφυγάκι που γεννήθηκε στο σπιτάλι λίγες μέρες νωρίτερα.

Υπάρχει ακόμα ένας απών πρωταγωνιστής, ο Μιχάλης, ξέπαπας, που ο θάνατός του αναγγέλλεται στην πρώτη σελίδα του βιβλίου αλλά που είναι πανταχού παρών συνεχώς, αφού ο ένας μετά τον άλλον οι ήρωες αφηγούνται την τρικυμισμένη ζωή του, κι αφού το ξόδι του γίνεται αφορμή να αποκαλυφθούν μυστικά καταλυτικά, που βέβαια δεν θα τα φανερώσω εδώ.

Το μυθιστόρημα του Μακριδάκη το διάβασα σχεδόν «μονογούργουρα» (λέξη του βιβλίου -αν και υπερβάλλω: χρειάστηκα δυο καθισιές), το χάρηκα πολύ και το συνιστώ ένθερμα. Είναι γραμμένο με μεγάλη μαστοριά, με ανθρωπιά και με πολλή αγάπη. Και βέβαια, επειδή ο Μακριδάκης το συνηθίζει να χρησιμοποιεί και λέξεις της ντοπιολαλιάς του, την ώρα που το διάβαζα είχα το μολυβάκι μου και σημείωνα λέξεις και φράσεις που τις έβρισκα ενδιαφέρουσες, διότι ως γνωστόν εμείς εδώ λεξιλογούμε.

Αλλά δεν λεξιλογούμε μόνο εμείς. Όπως διαβάζω στο ιστολόγιο του Μακριδάκη, ένας αναγνώστης τού έστειλε μέιλ στο οποίο απαριθμεί καμιά εικοσαριά «άγνωστες» λέξεις. Ο Γιάννης Μακριδάκης έδωσε τις εξηγήσεις, αλλά (και εδώ έχει ενδιαφέρον) πρόσθεσε επίσης ότι «Σκεφτείτε ότι ήμουν και βέβαιος πως αυτό το βιβλίο το έχω γράψει σε σύγχρονη στρωτή νεοελληνική και δεν θα υπάρχει απορία καμία

Όπως πολλές φορές έχουμε επισημάνει, συχνά συμβαίνει κάποιες λέξεις της μητρικής μας διαλέκτου να τις θεωρούμε τόσο οικείες που να μην συνειδητοποιούμε πως δεν ανήκουν στην κοινή νεοελληνική. Πιστεύω ότι αρκετές από τις λέξεις που ήταν άγνωστες στον φίλο αναγνώστη θα είναι άγνωστες και στους περισσότερους αναγνώστες του σημερινού άρθρου.

Όμως, ο Μακριδάκης έγραψε και κάτι άλλο στην απάντησή του: Ειδοποιήστε τον Σαραντάκο να επέμβει όπου έχω λάθος ή δεν είμαι σαφής!

Οπότε, επεμβαίνω -όχι επειδή βρήκα λάθη στον Μακριδάκη αλλά για να συμπληρώσω τον κατάλογο των λέξεων με μερικές ακόμα που νομίζω πως αξίζουν σχολιασμό. Παραθέτω λέξεις και φράσεις από το βιβλίο «Όλα για καλό». Με [ΓΜ] σημειώνω όσες εξηγήσεις έχει δώσει ο Γιάννης Μακριδάκης. Οι λέξεις σημειώνονται με τη σειρά που εμφανίζονται στο βιβλίο:

εμασιά (η): η αναβαθμίδα για καλλιέργεια της γης στο βουνό [ΓΜ] Γκουγκλίζεται πολύ στον πληθυντικό, εμασιές. Η λέξη και σε άλλα νησια του Αιγαίου, αλλού λέμε «πεζούλες»

λίγκια (τα): το σβέρκο, η ωμοπλάτη [ΓΜ]

γκρένια (τα): οι γερανοί των βαποριών πάνω από τα αμπάρια [ΓΜ]

καστανιά (η): το τάπερ [ΓΜ] Συνήθως «καστάνια», νομίζω. Και βέβαια παλιότερα ήταν μεταλλικό.

μπεγιεντώ (τουρκ: μπεγιενμέκ): εκφράζω την ευαρέσκειά μου για κάτι. Χιουνκιάρ μπεγιεντί, το φαγητό που μπεγιέντισε ο Σουλτάνος, που άρεσε στον Σουλτάνο [ΓΜ] Στην Κρήτη «μπεγιεντίζω».

μακαρόνια χερίσια: χειροποίητα.

σπατσάρω: τελειώνω (ναυτική λέξη) [ΓΜ] Κοινή και πανελλήνια, θα έλεγα -ίσως η μόνη του καταλόγου.

λιλάδια (τα): Τα βότσαλα της παραλίας. [ΓΜ] Η λέξη και στα Άτακτα του Κοραή. Στη Μυτιλήνη λιτρίδια, αλλού λαλαρίδια (έτσι και στον Παπαδιαμάντη θαρρώ).

τεμπέκι (το): Το τσίγκινο συνήθως καπάκι που κατεβαίνει μπροστά από τις βιτρίνες και τις πόρτες των καταστημάτων και κλείνει την πρόσοψη για προστασία [ΓΜ]

αλουέδες, o αλουές: ο διάδρομος του πλοίου. Ναυτική λέξη. Εικάζω από το αγγλ. hallway.

περάντι (το): ο σύρτης της πόρτας [ΓΜ]

μεζάρι: το νεκροταφείο, ιδίως -αλλά όχι αποκλειστικά- το μουσουλμανικό. Στο βιβλίο χρησιμοποιείται για το κοιμητήρι στο σπιτάλι.

λαφαγμένος: λαχανιασμένος. Η λέξη περιέργως δεν γκουγκλίζεται, μόνο το ρήμα «λαφάζω» στα Άτακτα του Κοραή.

μονογούργουρα: με μιαν ανάσα. [ΓΜ]

σκλήβωμα (το): Η εργασία αρμολογήματος, το αρμολόγημα. [ΓΜ]

αγκούσιες (οι): η ανυπόμονη συμπεριφορά. [ΓΜ]

τσικουδιά (η): Άγριο δέντρο της ίδιας οικογένειας με τον μαστιχοφόρο σχίνο και την φιστικιά. [ΓΜ]

Μισιριώτης πετεινός (ο): Μικρόσωμη ράτσα πουλερικών, τα μισιριώτικα. [ΓΜ] Κατά λέξη βέβαια, «μισιριώτης» είναι ο καταγόμενος από το Μισίρι, την Αίγυπτο.

κούπαση (η): έκφραση που δείχνει ότι πήρα μια απότομη πίκρα, μια κακιά είδηση και ένιωσα σαν να έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μου. Μου ήρθε κούπαση. [ΓΜ]

σιτζίμια (τα): Σιτζίμ στα τουρκικά είναι το σχοινί και όταν βρέχει πολύ και φαίνεται η βροχή σαν να κρέμονται σχοινιά από τον ουρανό, οι Τούρκοι λένε sicim gibi yagmur, δηλαδή ότι μοιάζει σαν σκοινιά η βροχή, εξελληνισμένο το λέμε στα νησιά «ρίχνει σιτζίμια». [ΓΜ] Έτσι και στη Μυτιλήνη. Ίδια εικόνα και στα γαλλικά, il pleut des cordes, βρέχει σκοινιά.

πίζουλος (ο,η,το): Δύσκολο, στριφνό, απρόβλεπτο. [ΓΜ] Για τη λέξη αυτή έχουμε άρθρο.

τσουκαράω: «τσουκαρούσα με το δάχτυλό μου νευρικά τη γωνιά της ζελατίνας» Η σημασία βγαίνει από τα συμφραζόμενα. Στο slang.gr δίνεται «τσουκαρίζω = κάνω ήχο σαν το τσόκαρο», αλλά δεν ταιριάζει απόλυτα εδώ αυτή η σημασία.

τραφιάζω: μπαίνω σε τράφο, λουφάζω σε μιαν άκρη, καμουφλάρομαι. [ΓΜ]

σφαντό (το): Φάντασμα. [ΓΜ]

μπουρουρίζω: Βαριέμαι, κουράζομαι. [ΓΜ]

ξεχαλικά (τρίτο πρόσωπο), στη φράση: Άμα δεν παντρευτεί ο άνθρωπος και δεν κάνει τίποτα δικό του για να καταπιάνεται, ξεχαλικά σιγά σιγά. Στο slang.gr καταχωρείται ως χιώτικος ζωντανός ιδιωματισμός με τη σημασία «κάνω ή λέω παλαβομάρες» και τη σημείωση ότι ουδέποτε λέγεται σε πρώτο πρόσωπο.

Ίσως έχει μερικές ακόμα ζόρικες λέξεις το βιβλίο του Μακριδάκη αλλά η σημασία προκύπτει από τα συμφραζόμενα συνήθως. Κλείνω επισημαίνοντας μια ομοιότητα. Σε κάποιο σημείο, η Κατρίν, η ελληνογερμανίδα, θυμάται πως όταν ήταν μικρή είχε ζητήσει ένα αλογάκι για δώρο και τ’ αδέλφια της, μεγαλύτερα, της είχαν πει πως θα της το έπαιρναν «όταν έσκαγαν [= έβγαζαν φύλλα] τα τηλεφωνόξυλα».

Κατά σύμπτωση, υπάρχει ένα αντιστασιακό διήγημα, ίσως του Τάκη Αδάμου, με τίτλο «Τα τηλεγραφόξυλα», όπου σε ένα στρατόπεδο ο αρχιδεσμώτης χλευάζει τους (πολιτικούς) κρατούμενους ότι θα απελευθερωθούν όταν ανθίσουν τα τηλεγραφόξυλα.

Και ως υστερόγραφο, να γίνω ψείρας: Αν διαβάζει ο Μακριδάκης, στην επόμενη έκδοση ας διορθώσει το «του το φιλούσε η μοίρα» στη σελ. 184, αν τουλάχιστον εννοεί «του το φύλαγε/φυλούσε η μοίρα».

 



Ημερ. Δημοσίευσης:19 April 2017 6:41 am
Πηγή: sarantakos.wordpress.com
Συγγραφέας:sarant
Βαθμολογία Αναγνωστών
[Σύνολο: 0 Μέσος Όρος: 0]
Tags

Related Articles