Το σκουλήκι (διηγημα του Βασίλη Τσιαμπούση) « Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

0
20

Την περασμένη Κυριακή είχαμε δει ένα διήγημα του μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, ενώ πριν από έναν μήνα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη από τη Σπάρτη. Συνεχίζω σήμερα στο ίδιο πνεύμα με έναν άλλο πεζογράφο που κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτισμένος με μια πόλη, τον δραμινό Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει και δουλεύει στη Δράμα.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα περιλαμβάνεται στην πρώτη του συλλογή, Η βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα, που κυκλοφόρησε το 1990. Από τη συλλογή αυτή έχω δημοσιεύσει το ομότιτλο διήγημα στον παλιό μου ιστότοπο.

Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα η δράση δεν εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη αλλά στη Θεσσαλονίκη των φοιτητών, και όσοι σπούδασαν εκεί μπορεί να θυμηθούν δικά τους βιώματα. Πάντως, η Πρίγκιπος Νικολάου έχει μετονομαστεί σε Σβώλου («κι οι πρίγκιπές σου τώρα γίναν σβώλοι…» έγραψε κάποιος φίλος που σπούδασε εκεί στη δεκαετία του 80).

Από γλωσσική άποψη, δεν έχουμε πολλές ιδιωματικές λέξεις. Δυο φορές γίνεται λόγος για «οικοδομή», που όταν το λέμε εμείς οι χαμουτζήδες εννοούμε κτίριο που χτίζεται, αλλά στη Θεσσαλονίκη σημαίνει και την (τελειωμένη και κατοικούμενη) πολυκατοικία. Η χαρχάλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για γυναίκα, πηδιόλα ας πούμε. Νόμιζα ότι είναι βορειοελλαδίτικος ιδιωματισμός αλλά βλέπω στο σλανγκρ ότι λέγεται και στην Κρήτη και αλλού και ότι έχει ποικίλες σημασίες. Τέλος πάντων.

Το κείμενο ήταν εξαρχής σε μονοτονικό οπότε έκανα ελάχιστες επεμβάσεις στην ορθογραφία και τη στίξη.

Το σκουλήκι

Μας συντάραξε η καρτούλα. Η μπορντούρα της σύνορο χρυσό, αυτός μέσα, εμείς απ’ έξω και το αγέρωχο της ηρεμίας μας κομμάτια. «Γεωλόγος του Πανεπιστημίου της Στουτγάρδης», έγραφε. «Θα περάσω αύριο στις ε­φτά. Σας πεθύμησα».

Παρτίδες μαζί του δεν πολυγουστάραμε, από πα­λιά τον είχαμε κατατάξει στους «κατώτερους». Στο γυ­μνάσιο για να περνάει τις τάξεις «έγλειφε» τους καθη­γητές κι όλοι τον κοροϊδεύαμε «Σαλιάρα». Είχαμε μια φιλόλογο, που της κουβαλούσε απ’ το χωριό του φρέσκα αυγά, με τ’ αζημίωτο βέβαια, αφού στα Νέα και τ’ Αρχαία πάντα προβιβαζόταν απ’ τον Ιούνιο. Ως και τον οδηγό του πούλμαν στη μεγάλη εκδρομή της τελευταίας τάξης κατάντησε να τον καλοπιάνει κι ενώ όλοι τη βγά­ζαμε στρωματσάδα στα σχολεία, όπου διανυκτερεύαμε, αυτός κοιμόταν μέσα στ’ αυτοκίνητο. Εκείνη τη χρονιά όμως, προς τέρψιν πολλών, έμεινε ανεξεταστέος σε πεντέξι μαθήματα κι από τότε τον ξεχάσαμε εντελώς.

«Ιδού ο Σαλιάρας έφτασε πτυχιούχος Γερμανίας», κορόιδεψε ο Πάρις κι άναψε τσιγάρο. Βγήκαμε στη βε­ράντα να πάρουμε αγέρα μα ένα μακρύ σκουλήκι κατατρυπούσε τη συνείδησή μας. Στον «τρίτο» οι αραπάδες πάλι είχαν πάρτι. Μια «βρώμα» γελούσε κι ακουγόταν σ’ όλη την οικοδομή. «Αυτοί μάλιστα, περνούν ωραία», συνέχισε τη μουρμούρα του. «Μέχρι και οι ξανθές τούς λιμπίζονται», συμπλήρωσα κι εγώ.

Εκείνο το βράδυ σηκώθηκα και κατούρησα τρεις φορές. Στο δωμάτιό του ο συγκάτοικός μου κοιμόταν σαν αναίστητος. Γενικώς ξεπερνάει τα τραντάγματα πιο εύκολα από μένα. Στον ύπνο πάντα ροχαλίζει. Έχει στη μύτη κρεατάκια και μια αδελφή γιατρέσσα που τον συντηρεί. Είναι αριστερός.

 

 

 

Οι παλιοί συμμαθητές μου, όποτε συναντιόμαστε, αισθάνονται την ανάγκη να με κολακέψουν. «Θυμάσαι, ρε, που τους κόλλαγες στον τοίχο; Όλοι οι καθηγητές σε τρέμανε…». Στα κοπλιμέντα τους για τα παλιά διαβά­ζω τον τωρινό ξεπεσμό μου. Έγινα 120 κιλά κι άφησα μούσι. Δυο χρόνια δε σταύρωσα φιλενάδα. Στο πανεπι­στήμιο είχα περάσει τρίτος.

«Αν ερχόσουν εκεί πάνω θα σ’ είχαν στα πούπουλα! Εγώ, να σκεφτείς, τέλειωσα με υποτροφία. Στην αρχή δούλευα λαντζέρης σ’ εστιατόριο αλλά δεν τα έβγαζα πέρα. Μετά πιάστηκα σ’ ένα γραφείο κηδειών και διά­βαζα όλη τη νύχτα. Ο καθηγητής μου…».

«Ασ’ τ’ αυτά, ρε! Από γκόμενες πώς τα πήγαινες;», τον ρωτάω. Γελάει. «Με τις πάνω από δώδεκα χρονώ μια χαρά, στις εξηντάρες όμως είχα μικροπροβλήματα!».

«Κρίμα κι έχω τη γιαγιά μου χαρμάνισσα», του κό­βει τη φόρα ο Πάρις.

«Πάμε σινεμά;», προσπαθώ ν’ αλλάξω τη συζήτη­ση. «Στον Ελλήσποντο παίζει τσόντα σπέσιαλ!».

«Κερνάω τα εισιτήρια… Επειδή γύρισα δηλαδή… Αλήθεια εσείς σε ποιο έτος είστε;»:

«Στο τελευταίο», λέω, κι ο δικός μου ξεραίνεται στα γέλια. «Εννοεί ότι φέτος θα τα παρατήσει…».

 

 

 

«Πόσα σου έστελνε κάθε μήνα ο γέρος σου;», τον ρωτάω τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα του σινεμά. «Μετά τον πρώτο χρόνο ούτε πφένικ. Δούλευα, έβαλα και κάτι ψιλά στην άκρη!»

Το μεσημέρι έφαγα φασόλια αλλά και η κακοθυμία πάντα μου φέρνει τυμπανισμό. Κάποιος από πίσω ε­κνευρίζεται, «Ποιο βόδι κλάνει;»

«Τί να κάνει ο άνθρωπος, έχει στενό δέρμα», απα­ντάει ο Πάρις. «Μόλις του σηκωθεί ανοίγει ο κώλος του». Παρόλο τον εκνευρισμό τα μάτια μου γέμισαν δά­κρυα απ’ τα γέλια.

 

 

 

 

Θέλαμε δε θέλαμε τον φορτωθήκαμε. Μέχρι να πά­ει φαντάρος δουλεύει σε μια εταιρία γεωτρήσεων και μένει μαζί μας. Πήρε το δωμάτιο του Πάρι και πληρώ­νει όλο το νοίκι του σπιτιού. Μια φορά τη βδομάδα μας κερνάει σινεμά και ταβέρνα. Έπιασε και φιλενάδα, τη Μαίρη, μια χαρχάλα απ’ το Κιλκίς. Τριγυρνάει στο σπίτι με την κομπινεζόν και καμιά φορά με το βρακί. Τα βράδια, όταν πηδιούνται, ουρλιάζει και του λέει προστυχόλογα. Αυτός μόνο βογγάει. Όταν μπαίνει στο μπάνιο τής κάνουμε μπανιστήρι, η ανεπάρκειά μας βρίσκεται σ’ έξαρση. Λέω πως θ’ αρχίσω δίαιτα μα τρώω όλο και περισσότερο.

Κι ο Πάρις τελευταία έχει έντονες τάσεις φυγής. Πάει στο καφενείο το πρωί και γυρίζει περασμένα μεσά­νυχτα. Είναι έξυπνο παιδί με φοβερή χαρτοπαιχτική α­ντίληψη, συνήθως όμως χάνει. Ο Σαλιάρας του δανείζει αγόγγυστα και δεν τον ζορίζει να του τα επιστρέψει.

Τις Κυριακές πηγαίνουμε στο ποδόσφαιρο, πάντα στο πέταλο. Τις προάλλες έπαιζε στο Καυτατζόγλειο η Εθνική μας με τη Μάλτα — τους αγώνες Β’ διαλογής τους στέλνουν στη Σαλονίκη. Ο Σαλιάρας κρατούσε μια ελληνική σημαία και τη στριφογύριζε στον αέρα απ’ την αρχή ως το τέλος του αγώνα. Κερδίσαμε τέσσερα- μηδέν αλλά η Μαίρη μας τα ’πρήξε με τον τερματοφύ­λακα της ομάδας μας, που τάχα γεννήθηκε στο Κιλκίς. «Είναι και Πόντιος», καμάρωνε.

«Δε βγήκατε έξω απ’ την Ελλάδα και δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο μετράνε για μένα τα εθνικά πρά­ματα», μας εξηγούσε ο Σαλιάρας μετά τον αγώνα. «Για τα εθνικά αποτέτοια να μας ξαναπείς τώρα που θα πας φαντάρος», τον αποπήρε ο Πάρις. Γέλασε. «Για μένα, ρε, ο στρατός θα ’ναι παιχνιδάκι, θα ξεκουραστώ κιόλας. Τα τελευταία εφτά χρόνια δουλεύω δεκαπέντε ώ­ρες το εικοσιτετράωρο. Εσείς να δούμε πώς θα τα βγά­λετε πέρα που μάθατε όλη τη μέρα να κοιμάστε». Μου ανέβηκε όλο το αίμα στο κεφάλι και παρά λίγο να τον βρίσω. Όχι να μας τη βγαίνουν και οι κουράδες…

 

 

 

 

Τα χαρτιά του ταχτοποιήθηκαν πιο γρήγορα απ’ ό­σο περίμενε, τέρμα στα βολέματα και τις καταχρήσεις μας.

Την παραμονή μάς φίλεψε στου «Μπιρ-Αλλάχ» γα­ρίδες και γαλέο σούπα. Η θλίψη του κολυμπούσε στη ρετσίνα σαν μύγα μέσα στο γάλα. «Θα μείνει μαζί σας», είπε. «Θα την κρατήσεις εσύ, κι εγώ θα ’ρχομαι άμα παίρνω άδεια». Η αναίστητη, τέτοιες στιγμές βουτούσε το ψωμί και τα νύχια της μέσα στη σάλτσα. «Με μια συμφωνία», κορόιδεψα. «Δε θα φωνάζει στα πηδήμα­τα». Γελάσαμε μα εκείνη σημασία. «Το φαΐ είναι χρυ­σός», είπε ο Πάρις.

Τον ξεπροβοδίσαμε ως το σταθμό. «Έι, κολοφάνταρε», τον αγκάλιασα, «να μας γράφεις». Συγκινήθηκε. Ξεκίνησε το τρένο και μας κουνούσε απ’ το τελευταίο βαγόνι ένα χαρτομάντηλο ποτισμένο με δάκρυα και μύ­ξες.

 

 

 

 

Μια βδομάδα μετά το φευγιό του ήρθε μ’ ένα όμορ­φο παλικάρι και μάζεψαν τα πράγματά της. «Το ξαδελφάκι μου…» τον σύστησε. Ο Πάρις γύρισε στο δωμάτιό του κι έχουμε άνεση χώρου, τα μπανιστήρια όμως τα χάσαμε. Στα γράμματα του Σαλιάρα δεν απαντούμε, μό­νο τα διαβάζουμε και γελάμε με τα ορθογραφικά του λάθη.

Ξετυλίγω τη ζωή μου προς τα πίσω μα δεν μπορώ να βρω τί έφταιξε και ξέπεσα τόσο πολύ. Είναι στιγμές που πιάνω τον εαυτό μου να θαυμάζει ακόμα και τύπους τιποτένιους.

Τα βράδια τριγυρνώ στα καφενεία της Πρίγκηπος Νικολάου κι απολαμβάνω τους φοιτητοπατέρες που α­ναλύουν την πολιτική. Μερικές φορές μ’ ετερόκλητες παρέες πηγαίνουμε για πατσά στην «Κωνσταντινούπο­λη».

Ο Πάρις ξημεροβραδιάζεται στα χαρτιά. Προχτές κέρδισε ένα μάτσο χιλιάρικα. «Πάντα είμαστε καλύτερα απ’ όσο νομίζουμε», ξεθάρρεψε. Πήγαμε στο «Χρυσό Παγώνι» και παραγγείλαμε συκωτάκια, ντοματοσαλά­τα και κασέρι. «Αύριο θα πάμε ν’ αγοράσουμε και τα βιβλία σου», είπε. «Ποια βιβλία;», απόρεσα. «Αυτά που πούλησες τις προάλλες απέναντι απ’ τη Φιλοσοφική!» «Αν κάνεις τέτοιο πράγμα δε θα σου ξαναμιλήσω», α­γρίεψα. «Θα σε φάει η ψωροϋπερηφάνεια σου, ρε!». «Νό­μισα ότι θα μου έκαμνες το τραπέζι αλλά σαν τις κυρίες της φιλοπτώχου το συνδυάζεις και με κήρυγμα!». «Τέ­λος πάντων, τρώγε γρήγορα γιατί θα χάσουμε το έργο», υποχώρησε.

Πήγαμε σ’ ένα αστυνομικό θρίλερ μα φύγαμε ε­κνευρισμένοι απ’ τις απαράδεκτες ικανότητες του πρω­ταγωνιστή. Στη «Ρωξάνη» φάγαμε παγωτό κι έπειτα στην παραλία μ’ άλλους δέκα χαζοξενύχτηδες παίξαμε μπάλα ως το πρωί.

Βρήκαμε την καρτούλα στον καθρέφτη του διαδρό­μου. «Κολόπαιδα», έγραφε, «σας περίμενα μισή μέρα κι ολόκληρη τη νύχτα. Δεν κοιμάστε στο σπίτι, δεν απα­ντάτε στα γράμματά μου, τί στο διάλο συμβαίνει; Η Μαίρη πού είναι; Το τρένο φεύγει στις εφτά αλλά σίγουρα θα έχει καθυστέρηση, να ’ρθείτε. Υ.Γ. Τη Δευτέ­ρα φεύγω στην Κρήτη, μ’ επιλέξανε για έφεδρο αξιω­ματικό».

Ετοιμάστηκα να κοροϊδέψω, ο Πάρις όμως άρχισε να βρίζει και κλότσησε με δύναμη τη σόμπα.

«Παλιοπούστη, γαμώ το θράσος σου! Μισό χρόνο κόντεψες να μας καταντήσεις κομπλεξικούς κι εννοείς να παραμείνεις στη ζωή μας με το ζόρι!».

«Κι ο νους του στο κεχρί, μην του ξεφύγει καμιά τρύπα», ξεσπάθωσα κι εγώ. «Αχ, ρε πουτάνα Μαίρη, ποιος ξέρει με ποιον τσίφτη πηδήχτηκες απόψε»…

Πήρε χαρτί και μολύβι κι άρχισε να γράφει σαν λυσσασμένος. «Φίλε Σαλιάρα, από σήμερα ούτε να σε ξέρουμε, ούτε να μας ξέρεις, θ’ αλλάξουμε και κλειδα­ριά στην εξώπορτα. Η Μαίρη μετακόμισε στου ξαδέρφου της, παιδί τζιμάνι, σου στέλνει χαιρετίσματα και σ’ ευχαριστεί που του την άφησες παρθένα. Σκεφτόμαστε να φύγουμε στη Γερμανία μήπως μπορέσουμε να κλέ­ψουμε κι εμείς κάνα πτυχίο. Ο «Σηνταγματάρχης» γρά­φεται συνταγματάρχης και το σίγμα μικρό…».

Τα ξυπνητήρια στην οικοδομή χτυπούσαν το ένα μετά το άλλο. Πλύναμε τα δόντια μας και γυρνώντας τα ρολόγια απ’ την ανάποδη, ψόφιοι απ’ την κούραση, πέ­σαμε για ύπνο.

Προσπαθούσα να συγκρατήσω ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού μου, όταν απ’ το διπλανό δωμάτιο άκουσα τον Πάρι να ξεκαρδίζεται στα γέλια.

Ημερ. Δημοσίευσης:19 March 2017 7:37 am

Πηγή

Συγγραφέας:sarant