Η ώρα είναι τέσσερις το πρωί. Ξημερώνει Κυριακή και μόλις έχω φύγει από ένα πάρτι που έπαιζε ηλεκτρονική μουσική, την οποία εκτιμώ και τιμώ ιδιαιτέρως. Δεν θέλω να πάω σπίτι και το πάρτι παραήταν χάλια για να θυσιάσω εκεί το Σάββατό μου – και την ερωτική μου απογοήτευση. Είμαι άλλωστε έξω με μια φίλη, Πειραιώτισσα, καπάτσα, απ’ αυτές που ξέρουν πώς να σε κάνουν καλά όταν είσαι πληγωμένος, τσαντισμένος ή αποκαρδιωμένος από τον έρωτα. Απ’ αυτές που ξέρουν να συναισθάνονται. «Εγώ θα σου πω πού θα πάμε», λέει, με παίρνει στοργικά αγκαζέ και με βάζει σε ένα ταξί. Την εμπιστεύομαι. Οι Πειραιώτισσες έχουν πάντα τη λύση και δη όταν τραβούν κι εκείνες τα ίδια συναισθηματικά ζόρια.

Ο οδηγός ακολουθεί τις οδηγίες και σε πέντε λεπτά βρισκόμαστε ακριβώς εκεί που πρέπει. Η διαδρομή, κινητογραφική. Όλα είναι κινηματογραφικά όταν βρίσκεσαι σε ένα ταξί ξημερώματα. Φτάνουμε σε ένα μαγαζί που δεν ξέρω, αλλά όταν η πόρτα ανοίγει, η Λένα Αλκαίου φωνάζει απ’ τα ηχεία το «Ίχνος». Παίρνει τίμια το αίμα της πίσω από έναν άνδρα που την πλήγωσε, ανάβοντας τσιγάρο απ’ τα ρούχα του. Όπως ξέρει, δηλαδή, να παίρνει εκδίκηση ένα πονεμένο λαϊκό κορίτσι που ζει το δράμα του.

Για την εκτόνωση του εφιαλτικού σαιξπιρικού δράματος που προκαλεί η ερωτική απογοήτευση, χρειάζεται μπουζούκι και πενιά.

Μαγαζιά σαν κι αυτό που έχω έρθει, αυτά τα αμιγώς λαϊκά νυχτομαγάζα, είναι κρυμμένα για δεκαετίες σε μυστικές γωνιές της Αθήνας. Όταν λέμε λαϊκά νυχτομάγαζα, δεν εννοούμε τα μπουζούκια με τη ζωντανή μουσική και τις μεγάλες πίστες, όπου πρέπει να είσαι φοβερά καλοντυμένος και να ξοδέψεις πέντε μεροκάματα για να πιεις την ποσότητα αλκοόλ που επιθυμείς. Δεν έχουν σχέση ούτε με τα μεγάλα club της παραλιακής που παίζουν μετά από κάποιο χιτάκι του Tiesto, την Παπαλάμπραινα του Πανούση και στα καπάκια το Enter Sadman των Metallica, για να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα. Είναι αυτά τα μαγαζιά που με έναν ακατανόητο, αινιγματικό τρόπο, σε κάνουν να πονάς, να χαίρεσαι και να πληγώνεσαι στον υπερθετικό βαθμό. Εκεί που παίζει αυστηρά Τερζής, Μητροπάνος, Στανίση, Σακελαρίου και Μανώλης Αγγελόπουλος. 

Διαβάστε: «Έκανα και τους Αλήτες να με Σέβονται» – Μία Συζήτηση με την Κατερίνα Στανίση για την Ευρώπη, την Εκκλησία και τους Παντρεμένους

Τι κι αν στο σπίτι σου λιώνεις το In Through the Outdoor; Για την εκτόνωση του εφιαλτικού σαιξπιρικού δράματος που προκαλεί η ερωτική απογοήτευση, χρειάζεται μπουζούκι και πενιά, ακόμη και αν η ελιτίστικη αισθητική κάποιων το απορρίπτει θεωρώντας το μπανάλ και τριτοδεύτερο. Προς Θεού, το γούστο στη μουσική είναι εντελώς υποκειμενικό και κανείς δεν αξίζει να κριθεί γι’ αυτό, αλλά φαίνεται αντικειμενικά δυσκολότερο να ξεπεράσεις την καψούρα σου με τις σονάτες του Μπαχ. Ναι, ήταν ιδιοφυία ο Μπαχ, αλλά η διαδικασία της αποβολής των συναισθημάτων, γίνεται πολύ ευκολότερη με τις «Χίλιες Βραδιές» της Τζένη Βάνου. Το αγνό λαϊκό τραγούδι είναι φορέας της καψούρας και είνα καταδικασμένα προσαρμοσμένο να ακουμπάει το βαθύτερο εγώ μας, να το βυθίζει σε ένα γοερό κλάμα και ύστερα να το γιατρεύει βάζοντας καπνό απ’ το τσιγάρο στις πληγές, όπως έκαναν οι παλιοί ναυτικοί ελλείψει τσιρότων. 


VICE Video: Εξομολογήσεις ενός Μπάρμαν


Όταν η ώρα περνάει και είσαι στο Χ ποτό, καταλαβαίνεις γιατί αυτά τα μαγαζιά είναι οι κρυψώνες των μικρών ηρώων αυτής της πόλης. Όποιος ανήκει στους χομπίστες παρατηρητές της ζωής και των ανθρώπων, καταλαβαίνει πως ανάμεσα στους καπνούς που εγκαταλείπει ο κακός εξαερισμός, τα πλάσματα των νυχτομάγαζων είναι γνήσιοι, αυθεντικοί άνθρωποι. Ανήκουν στον κόσμο των απόκληρων που αψηφούν τις κοινωνικές συμβάσεις. Πονούν και το δείχνουν με μεθυσμένα μηνύματα, με το «άντε γαμήσου» που θα φωνάξουν στο τέλος ενός τραγουδιού που τους έχει αγγίξει. Απευθύνονται σε κάποια παλιά καψούρα τους ή στο ερωτικό υποκείμενο που τους βασανίζει αυτήν την περίοδο, ακόμη και αν δεν τους ακούει. Ή και σε κανέναν συγκεκριμένα. Εκεί τραγουδάς με την πίκρα του τζιν τόνικ στη γλώσσα σου και εξομολογείσαι. Εκεί πονάς, όπως το Ρε Ματζόρε το λαϊκό, γιατί τα πάντα βιώνονται στην υπερβολή τους. Για να φύγεις μετά καθαρός, ανάλαφρος, λυτρωμένος, ελεύθερος χωρίς να νοιάζεσαι που πόνεσες ή που βρέθηκες στον πάτο του πηγαδιού και κόντεψες να πνιγείς απ’ τον νταλκά.

«Αν θες να αγιάσεις πρέπει να αμαρτήσεις. Κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις»

Δεν υπάρχει σε αυτά τα μέρη η υποκρισία των έντεχνων που δήθεν μισούν τα λαϊκά, αλλά περιμένουν εναγωνίως να παίξει κάτι σαν την αγορά του Αλ Χαλίλι για να κουνήσουν το κορμάκι τους. Εκεί οι γυναίκες χορεύουν γιατί έτσι νιώθουν. Για την πάρτη τους ή για να μετατρέψουν τις κινήσεις τους σε ερωτικό κάλεσμα προς κάποιον που έχουν απέναντί τους. Εκεί ένα κορίτσι χτίζει μια γέφυρα απ’ τα μάτια της, στα μάτια κάποιου αγοριού, δικαιώνοντας το τσιφτετέλι. Κινείται βάσει του αρχέτυπου ενστίκτου της και γίνεται μια φιγούρα έτοιμη να κατακτηθεί. Αντίστοιχα, το ζεϊμπέκικο που θα χορέψει κάποιος θα βγαίνει από μέσα του. Θα είναι ο πόνος του, που θα έχει μεταβολιστεί σε φιγούρες διότι εκείνη τη στιγμή το δράμα όλου του κόσμου συσωρρεύεται μέσα του και εξαπλώνεται στα άκρα του, ενώ ο ίδιος βιώνει τον μικρό θάνατο της καψούρας.

Στα λαϊκά μαγαζιά είσαι ελεύθερος. Κανείς δεν θα σε κακολογήσει που δεν ακολούθησες τους ηθικούς κακόνες και έκλεψες τον άνθρωπο κάποιου άλλου. Κανείς δεν θα σταθεί στην άτακτη ζωή που κάνεις – θα φροντίσει να σε σιγοντάρει και η Σακελλαρίου. Κανείς δεν θα σε κρίνει που πέφτεις στα μωσαϊκά και παρακαλάς κάποιον να γυρίσει πίσω ή επειδή το πακέτο των τσιγάρων σου ταυτίστηκε με αυτό του Νικολάου. Εκεί σημασία έχει η αυτοδιάθεση του ταπεινού σου σαρκίου και ο μόνος κανόνας είναι αυτός.

Ίσως όλα τα νοήματα των μαγαζιών αυτών, κρυφά ή φανερά, εγκιβωτίζονται στο Μπαρ το Ναυάγιο της Αρλέτας: «Αν θες να αγιάσεις πρέπει να αμαρτήσεις. Κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις». Ο Άγιος του τραγουδιού της δε, μοιάζει φοβερά με τους θαμώνες όλων αυτών των λαϊκών μαγαζιών. 

Περισσότερα από το VICE

Τραγούδια που δεν Έχεις Ακούσει (Σχεδόν) Ποτέ στο Ραδιόφωνο Αλλά Έχουν Εκατομμύρια Views στο YouTube

«Κάποιοι Κοιτούν Παράξενα, Μετά το Ξεπερνούν» – Ο Ανδρέας και η Βασιλική Eίναι Zευγάρι, Καλλιτέχνες και Άνθρωποι με Αναπηρία

Το Θρυλικό Μπαρ στη Θεσσαλονίκη Κλείνει Μετά από 40 Χρόνια

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Ημερ. Δημοσίευσης:20 April 2017 6:00 am

Πηγή: vice.com/gr

Συγγραφέας:Άννα Νίνη