Η άνοιξη ξεκίνησε από χτες, διάβασα, αλλά η σημερινή μέρα, κι αν δεν είναι η πρώτη μέρα της άνοιξης είναι όμως η Παγκόσμια μέρα της ποίησης. Το ιστολόγιο, καθώς έχει προγραμματικό αντικείμενο «τη γλώσσα, τη λογοτεχνία» και μετά όλα τα άλλα, έχει κι άλλες χρονιές τιμήσει τη μέρα τούτη, άλλοτε με ποιητικό κουίζ και άλλοτε  με αθησαύριστα ποιηματα.

Για φέτος λέω να επαναλάβω κάτι που έκανα πριν από τρία χρόνια: θα βάλω εγώ τρία ποιήματα, που είναι (σχεδόν) αγκούγκλιστα, δηλαδή δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο ή τουλάχιστον δεν βγαίνουν αν κάνεις αναζήτηση στο Γκουγκλ -δεν βγαίνουν, να διευκρινίσω, τώρα που γράφω το άρθρο, αφού σε λίγες ώρες από τώρα τα ποιήματα αυτά θα γκουγκλίζονται, καθώς θα τα έχει καταγράψει το αδηφάγο και παντεποπτικό μάτι του γκουγκλ· αλλά αυτός είναι ο σκοπός μου, να αυξηθεί έστω και λίγο η παρουσία της ποίησης στο Διαδίκτυο.

Ωστόσο, για να το κάνω αυτό χρειάστηκε να ψάξω κάμποσην ώρα, ν’ ανοίξω κιτάπια -δεν έχουν όλοι τη δική μου την πετριά. Οπότε, ενώ σας προσκαλώ να βάλετε στα σχόλια ένα ή περισσότερα ποιήματα που αγαπάτε, δεν βάζω σαν όρο να μην γκουγκλίζονται. Αν τα ποιήματα που διαλέξατε δεν είναι και πολύ γνωστά, αυτό αρκεί. Και γνωστά να είναι, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας, άλλωστε είναι και υποκειμενικό το τι είναι γνωστό -ε, δεν θα βάλετε και την Ιθάκη, φαντάζομαι 🙂

Εγώ θα ξεκινήσω με ένα ποίημα του Λαπαθιώτη, βέβαια. Ο Λαπαθιώτης έχει πολύ έντονη παρουσία στο Διαδίκτυο -είναι άλλωστε από τους περισσότερο μελοποιημένους ποιητές μας- κι έτσι δυσκολεύτηκα αρκετά να βρω κάποιο δικό του που να μ’ αρέσει και να μην υπάρχει ήδη στον κυβερνοχώρο. Βρήκα ένα από τα πολύ πρώτα του ποιήματα, που «γκουγκλίζεται εν μέρει», με την έννοια ότι υπάρχουν αποσπάσματά του στο διαδίκτυο. Μάλιστα, το είχαμε αναφέρει στη Λεξιλογία διότι περιέχει τον πληθυντικό τύπο «οδύνες», που συγχέεται με τον τύπο «ωδίνες».

Πρόκειται για το ποίημα «Στα περασμένα», που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1906, όταν ο Λαπαθιώτης ήταν 18 χρονών:

ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ

Μας ξεπλανάτε σε όνειρα σαν τις Σειρήνες,
στο εξωτικό τρεμόσβημα θλιμμένης δύσης,
και μας μεθάτε με γλυκύτατες οδύνες!
Ανάθεμά σας, κολασμένες αναμνήσεις!

Ο δρόμος σας δε χάνεται βαθιά στη λήθη,
και το φως σας την τυφλή σκέψη ξαναπάγει
στα μαγικά και στα φαρμακερά σας βύθη…
Πνιγείτε πια στης νύχτας τα βουβά πελάγη!…

Μας γκρεμίζει μια δύναμη, τρομερή που ’ναι,
στους ροδινούς σας κόσμους, που δε γυρνούν πίσω.
Γύρω θωρώ τόσες ψυχές που λησμονούνε:
γιατί κι εγώ να μη μπορώ να λησμονήσω;

Ω μνήμη! Τη φτωχή την ύπαρξή μου, αχ, άσε!
Σε λήθης μαύρα κύματα καταποντίσου!
Καρδιά τρελή, πολύπαθη, γιατί θυμάσαι;
Στου χρόνου τους χειμάρρους πνίξε την ορμή σου!

Ένα φιλί σας στέλνω, αγάπες μου! Είστε οι ξένοι,
που βιάζονται η ώρα της φυγής τους να σημάνει.
Η λάμψη σας θαμπώθηκε, σιγά πεθαίνει…
Ας ήταν κι η καρδιά μου να σιγοπεθάνει!

Το δεύτερο ποίημα είναι του Κώστα Βάρναλη και είναι πολύ κοντινό χρονολογικά με το πρώτο. Ο Βάρναλης, βέβαια, υπάρχει ολόκληρος στο Διαδίκτυο, στον ιστότοπο της Ανεμόσκαλας, οπότε για να βρεις ποίημά του που να μη γκουγκλίζεται πρέπει να μην το έχει συμπεριλάβει σε ποιητική συλλογή του ή στην κάθε άλλο παρά πλήρη έκδοση των ποιητικών του (διότι δεν έχουμε αξιωθεί να αποκτήσουμε τα Άπαντα ποιήματα του μεγάλου μας ποιητή).

Το χαρακτήρισα «κοντινό» με του Λαπαθιώτη επειδή είναι γραμμένο το 1908, και αρχικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηγησώ που το έβγαζε μια δεκάδα νέων τότε ποιητών -Βάρναλης, Λαπαθιώτης, Φιλύρας, Καρβούνης, Πολίτηδες κτλ. Το συγκεκριμένο τεύχος (το δέκατο και τελευταίο της Ηγησώς) υπάρχει σε κάποιον ιστότοπο του ΑΠΘ οπότε το ποίημα «μισογκουγκλίζεται», καλύτερα όμως να το βάλω κι εδώ να υπάρχει. Τον τελευταίο στίχο τον είχαμε συζητήσει κάποτε στο ιστολόγιο.

Είναι άτιτλο κι είναι το τελευταίο από πέντε άτιτλα ποιήματα με τον γενικό τίτλο «Τραγούδια»

Ξυπνάω το ροδοχάραμα και τα πουλιά με ξέρουν
και πληγωμένη η γη ευλογεί την κοφτερή μου αξίνα·
νέος είμαι και χαρούμενος γιατί όλα εμέ μου λείπουν
και του τσιγάρου μου ο καπνός είναι η ιδέα του πλούτου.
Είναι το πνεύμα μου ένα δίχτυ ολούθε ξεσκισμένο:
μπαίνουν οι ιδέες και χαίρουν και, όσο φεύγουνε, πλιο ωραίες
και καρτερώ κάποιο τρανό και χρυσολέπιο ψάρι.
Ωραία είναι τ’ αναστήματα των ψυχών όλων πέρα
που αργοκινούνται σαν ανθοί του κάμπου στ’ αγεράκι.
Βαράω λαγούτο ολόγλυκο το βράδυ στην παρέα
κι ήθελα το τραγούδι μου περνώντας τα χωράφια
ν’ ανέβαινε στα ψηλά δεντρά να γλυκαντηχήσει·
κι όλοι με λένε σεβνταλή κι αφού το λένε θα’μαι….

Και η τριάδα θα ολοκληρωθεί με τον τρίτο αγαπημένο μου ποιητή, τον Γιώργο Κοτζιούλα. Θα παρουσιάσω ένα ποίημα που το θέμα του κατέχει κυρίαρχη θέση στην ποίηση του Κοτζιούλα, τη νοσταλγία του εγκατεστημένου στην πόλη ποιητή για το χωριό του και τα παιδικά του χρόνια. Είναι αφιερωμενο στη συγγραφέα Έλλη Παπαδημητρίου, φίλη του Κοτζιούλα. Δημοσιεύτηκε στη φιλολογική σελίδα της Καθημερινής στις 20 Ιουλίου 1936 και αργότερα στη συλλογή «Δεύτερη ζωή» (1938). Στο τέλος εξηγώ καναδυό λέξεις.

ΑΓΡΟΤΙΚΟ

                        Στην Έλλη Παπαδημητρίου.

Μικρός πηδούσα απάνου στο κοκκινοπήλι,
τον είχα τότε στην καρδιά μου τον Απρίλη.
Μάθαινα για την αλεπού και την αρκούδα,
με της γελάδας τη νουρά έφκιανα πλεξούδα.

Αφού απολάγαμε τα γίδια στη δαφνιώνα,
πλάι στη φωτιά μας δεν ενιώθαμε χειμώνα·
λίγα ξερόκλαδα αναμμένα μπρος στην πέτρα,
της ευτυχίας μας αυτά ήτανε τα μέτρα.

Με γνώριζε και το σκυλί μου κι η αρνάδα,
που έβοσκε, πλάσμα του Θεού, στην πρασινάδα
(λουρίδα κόκκινη είχε γύρα στο λαιμό της
κι ήταν φροντίδα της αγάπης μου της πρώτης).

Μπομπότα βρίσκαμε το βράδι στο μεσάλι,
καλά της γης, όσο δεν ήμασταν μεγάλοι.
Μα το ξερό ψωμί το νοστιμεύει η πείνα,
όμοια με σούμπρο ήταν γλυκό τα χρόνια εκείνα.

Τι να μου δώκουν τώρα οι κινηματογράφοι;
Ας είχα μόνο το μεγάλο εκειό χωράφι
μπροστά στο σπίτι μου όπου στήναμε δραμπάλα
κι ως το σουρούπωμα ήταν όνειρο κι αντράλα

* μεσάλι: το τραπεζομάντιλο. Και η μεγάλη πετσέτα που τη δίπλωναν γύρω από το καρβέλι του ψωμιού.

* σούμπρο: η ψίχα του καρυδιού

* αντράλα: ζάλη

Αυτά είχα να πω εγώ. Περιμένω τα δικά σας ποιήματα -γιατί όχι και δικά σας ποιήματα- για τη Μέρα της Ποίησης!

Προσθήκη

Ήθελα να το βάλω αλλά χτες δεν το έβρισκα. Το βρήκα τώρα, ψάχνοντας κάτι άλλο. Ένα νεανικό ποίημα του πατέρα μου, γραμμένο το 1947, όταν ήταν 18 χρονών.

Μες΄ στη γλυκιά βραδιά γύρω σου οι τόμοι
που υψώνονται, σου φράζουνε το νου
κι απ΄ τη γαλήνη του αστροφώτιστου ουρανού
στη γη σε φέρνουν και πιο κάτω ακόμη.

Μπροστά σου αραδιασμένες εξισώσεις,
τη λύση τους αμείλιχτα ζητούν,
μα γύρω τα ζουζούνια που πετούν,
ζητάν αλλού την προσοχή να δώσεις.

Αναρωτιέσαι αν θα κερδίσεις ή θα χάσεις
τη μαγική γλεντώντας τη βραδιά
γύρω σου Άνοιξη, μέσα σου φωτιά
και σε τρεις μέρες να ΄χεις εξετάσεις
(1947)

 

 

Ημερ. Δημοσίευσης:21 March 2017 7:40 am

Πηγή

Συγγραφέας:sarant