Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016. Απόγευμα. Βρίσκομαι κάπου πίσω από την πλατεία Dam και προσπαθώ να εντοπίσω μέσω του GPS του κινητού μου ένα από τα πολλά και διαφορετικών θεματικών μουσεία της πόλης, το Madame Tussauds. Το πρόγραμμα πλοήγησης, όλως περιέργως, δεν με πάει ως εκεί μέσω της πιο σύντομης οδού, αλλά με βάζει να περπατήσω άλλο ένα τετράγωνο. «Κοίτα εκεί», λέω στον κολλητό μου που έχουμε ταξιδέψει μαζί εκεί, δείχνοντάς του μια ταμπέλα, ψηλά, πριν το στενό αριστερά μας.

«Abraxas».

Το Abraxas περιλαμβάνεται σχεδόν σε όλες τις λίστες που κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο, με τα κορυφαία coffeeshop στην Ολλανδία. Επίσης, είναι με σιγουριά ένα από τα μέρη που θα σου προτείνει να επισκεφθείς κάποιος, ο οποίος έχει ήδη πάει στο Άμστερνταμ.

Ήταν στο πρόγραμμα να το επισκεφθούμε την επόμενη μέρα, αλλά δεν θα το προσπερνούσαμε επειδή απλώς έτσι έλεγε το πρόγραμμά μας. Μπαίνουμε. Το μαγαζί είναι γεμάτο. Υπάρχει μόνο ένα μικρό κενό στην άκρη της μπάρας. Καθόμαστε. 

«Πήγαινε εσύ», λέει ο φίλος δείχνοντάς μου τον dealer του μαγαζιού. Dealer ονομάζεται ο τύπος που βρίσκεται πίσω από μια μικρή μπάρα -συνήθως απέναντί σου, με το που μπαίνεις σε ένα coffeeshop- και είναι αυτός που σε εξυπηρετεί με τα της κάνναβης.

Αφού λέμε δυο-τρεις κουβέντες στα αγγλικά, με ρωτάει «Are you Greek?». «Yes», απαντώ. «Ε, ας τα πούμε στα ελληνικά τότε», μου λέει ξαφνιάζοντάς με. 

Ο Γεράσιμος Κιέκκας, με τον οποίο μιλάω ελληνικά μέσα σε ένα ολλανδικό coffeeshop, είναι 33 ετών, από την Πάτρα και μένει εκεί τα τελευταία τρία χρόνια, μαζί με την κοπέλα του, τη Χρύσα, η οποία επίσης δουλεύει εκεί.

«Ήμασταν μια μέρα με τη Χρύσα στην Πάτρα και τρώγαμε. Σε κάποια φάση, τη ρωτάω “πάμε να φύγουμε;”. Εγώ, γενικά, είμαι των ταξιδιών, έχω πάει σε αρκετά μέρη και ήθελα από καιρό να φύγω απ’ την Ελλάδα. Δεν ήταν η κρίση που μας έσπρωξε να φύγουμε, αλλά η μιζέρια και η ρουτίνα. Νιώθαμε σαν γέροι», λέει ο Γεράσιμος. «Δεν είναι ότι μου έφταιγαν οι άλλοι, απλώς εγώ δεν την πάλευα άλλο εκεί».

«Πάμε», του είπε η Χρύσα και κάπως έτσι ξεκίνησε να χτίζεται το Dutch Dream. Ο Γεράσιμος και η Χρύσα είχαν πάει ξανά στο Άμστερνταμ, χωριστά, και συμφώνησαν πως η πρωτεύουσα της Ολλανδίας φάνταζε για αυτούς το ιδανικό ξεκίνημα στην «ξενιτιά». Ο Γεράσιμος, για καλή του τύχη, είχε έναν ξάδερφο που έμενε στο Άμστερνταμ κι έτσι μέσα σε λιγότερο από δυο εβδομάδες εκεί, είχε βρει τα πατήματά του. «Νοίκιασα σπίτι, γύρισα στην Ελλάδα για να μαζέψω κάποια πράγματά μου και φύγαμε μαζί με τη Χρύσα, τον Τάι και τον Μάι (τα δυο σκυλιά τους)», λέει.

«Πήγαμε στο δημαρχείο, κάναμε register αφού είχαμε νοικιάσει σπίτι (βασική προϋπόθεση για να μείνεις είναι να δηλώσεις μια διεύθυνση κατοικίας) και περιμέναμε μερικές ημέρες για να περάσουμε μία συνέντευξη και να πάρουμε το αντίστοιχο ολλανδικό ΑΦΜ (BSN), το οποίο όμως χρησιμοποιείς για τα πάντα», λέει ο Γεράσιμος λίγες ημέρες αργότερα, όταν μιλάμε από Skype πλέον, μιας και έχω επιστρέψει στην Ελλάδα. «Δεν υπάρχουν εκεί ΑΜΚΑ, ΑΜΑ κ.λπ. Υπάρχει ένας αριθμός για τα πάντα», παρεμβαίνει η Χρύσα, την οποία γνωρίζω τώρα διαδικτυακά μιας και δν είχα την τύχη να την πετύχω στο Abraxas κάποια από εκείνες τις ημέρες.

Μου λένε πως, στην αρχή, πολλοί Έλληνες μετανάστες εκεί, προσπαθούσαν να τους ρίξουν ψυχολογικά λέγοντάς τους ότι τα ολλανδικά είναι δύσκολα, ότι κάνει κρύο, ότι οι Ολλανδοί δεν κάνουν παρέα με Έλληνες, ότι οι ώρες εργασίας είναι πολλές και πάει λέγοντας. «Μερικοί κουβαλούν, φεύγοντας από την Ελλάδα, την ίδια μιζέρια. Σίγουρα, σε όποια χώρα και να πας, είσαι απλώς ένας αριθμός. Ωστόσο αν σκέφτεσαι έτσι, το μόνο σίγουρο είναι πως θα περάσεις άσχημα», λέει ο Γεράσιμος, οποίος απ’ την άλλη τονίζει πως υπήρχαν και εκείνοι που τους βοήθησαν πραγματικά και τους ανέβασαν ψυχολογικά. «Πάντως, ένα πράγμα που σίγουρα μπορεί όντως να σε ρίξει, ειδικά προερχόμενος από τα ελληνικά δεδομένα, είναι πως ό,τι κονέ και να έχεις, δεν παίρνεις καμιά δουλειά αν δεν την αξίζεις. Είναι πολύ ξεκάθαροι σε αυτό από την αρχή», προσθέτει και δίνει τον λόγο στη Χρύσα για να περιγράψει πώς βρήκαν δουλειά.

«Έχει πλάκα, διότι όταν μπαίνουν διάφορες παρέες μέσα, βλέπεις ότι το πρώτο πράγμα που συζητούν είναι το ποιος από όλους θα έρθει να μου μιλήσει. Ντρέπονται»

Η Χρύσα, όπως λέει, βρήκε κατευθείαν δουλειά στο συγκεκριμένο coffeeshop, όταν αναζητούσε εργασία πριν από τρία χρόνια, φθάνοντας στο Άμστερνταμ. Απ’ την άλλη, ο Γεράσιμος είχε δουλέψει σε ένα ακόμη coffeeshop, είχε εργαστεί σε ποδήλατο-ταξί, καθώς και σε hostel, πριν καταλήξει στο Abraxas. «Έχω κάνει τη γύρα μου», λέει χαρακτηριστικά. Ο ίδιος δοκιμάστηκε στο Abraxas όταν έψαχναν για dealer. Πλέον, έχει κάνει ρεκόρ στο κατάστημα, όπως μου λέει η Χρύσα – ο Γεράσιμος ντρέπεται να το παραδεχτεί. Ωστόσο, η Χρύσα τώρα αναζητά άλλη απασχόληση καθώς οι συμβάσεις στη δουλειά τους, όπως με ενημερώνουν, διαρκούν συνήθως το πολύ τρία χρόνια. Μάλιστα, μετά την ολοκλήρωση του εκάστοτε συμβολαίου, οι υπάλληλοι εκεί είναι υποχρεωμένοι να κάνουν παύση οποιασδήποτε εργασίας για έξι μήνες, παίρνοντας ωστόσο για ένα τρίμηνο, το 75% του μισθού τους. Παρεμπιπτόντως, ο κατώτατος μισθός εκεί είναι 1.500 ευρώ, ενώ το ενοίκιο για ένα δυάρι κυμαίνεται στο χιλιάρικο.

Επιστρέφω, όμως, στο αντικείμενο της δουλειάς τους. «Θέλατε να δουλέψετε σε coffeeshop; Το κυνηγήσατε;», ρωτώ. «Δεν το είχαμε στο μυαλό μας», απαντά ο Γεράσιμος. «Κοίτα, εμείς ήρθαμε στο Άμστερνταμ δοκιμαστικά για έναν χρόνο και είπαμε “ό,τι γίνει”. Όταν ξεκίνησα εγώ τη δουλειά στο Abraxas, τότε κατάλαβα ότι μετράει πολύ να το ζήσω ως εμπειρία», μπαίνει η Χρύσα ξανά στην κουβέντα.

«Πώς σας φάνηκε η δουλειά, τον πρώτο καιρό;».

«Για μένα ήταν λίγο περίεργα στην αρχή, επειδή είχα την εντύπωση πως είμαι μεγάλος σε ηλικία για αυτήν τη δουλειά. Είχα άγχος κιόλας, αλλά το κλίμα που υπήρχε με βοήθησε να προσαρμοστώ». «Το βασικό είναι ότι δεν μιλάς τη γλώσσα σου», προλαβαίνει να πει η Χρύσα. «Είναι περίεργα στην αρχή. Κοίτα, είμαστε σε τουριστική περιοχή οπότε η απαραίτητη γλώσσα είναι τα αγγλικά. Εννοείται όμως ότι έρχονται και Ολλανδοί στο μαγαζί, άρα σιγά-σιγά οφείλεις να εξοικειωθείς και με τη γλώσσα τους. Βέβαια, πρέπει να ξέρεις καλά ολλανδικά πριν επιχειρήσεις να τα χρησιμοποιήσεις με κάποιον Ολλανδό, διότι αν αντιληφθούν ότι δεν το “έχεις” πολύ, τότε αμέσως γυρνούν την κουβέντα στα αγγλικά, πράγμα υποτιμητικό για σένα», αναφέρει ο Γεράσιμος. Συνεχίζει, λέγοντάς μου πως το πρόβλημα της γλώσσας είναι συνήθως αυτό που δημιουργεί τα πιο αστεία περιστατικά στη δουλειά του. «Έχει πλάκα, διότι όταν μπαίνουν διάφορες παρέες μέσα, βλέπεις ότι το πρώτο πράγμα που συζητούν είναι το ποιος από όλους θα έρθει να μου μιλήσει, για να ψωνίσει χόρτο. Ντρέπονται. Μάλιστα, αυτός που τελικά στέλνουν, στην πληθώρα των περιπτώσεων είναι ο χειρότερος στη συνεννόηση», λέει. «Πάντως, οι Έλληνες, στον τομέα της συνεννόησης είναι αρκετά καλοί, ειδικά σε σύγκριση με Ισπανούς ή Ιταλούς που δεν το έχουν πολύ».

«Άλλα παράξενα σκηνικά;», ρωτώ. «Άπειρα, Παύλο. Άπειρα. Φαντάσου ότι κάθε μέρα ερχόμαστε σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες», λέει εμφατικά ο Γεράσιμος. «Για παράδειγμα, πλέον μπορώ να καταλάβω σχετικά εύκολα από την προφορά του καθενός στα αγγλικά του, από πού είναι – πόσο μάλλον τους Έλληνες και τις Ελληνίδες (σ.σ. μάλλον δεν ήταν πολύ καλή η προφορά μου τη μέρα που τον γνώρισα). Έτσι, πολλές φορές τυχαίνει να έρχονται και να ξεκινούν, ας πούμε, με ένα “Hello, how are you?”. Εγώ, θέλοντας να τους τρολάρω, τους απαντώ “Καλά, εσείς;”. “Good. Τhanks”, μου λένε. Καταλαβαίνεις; Είναι Έλληνες, τους μιλάς ελληνικά και σου επιστρέφουν την κουβέντα στα αγγλικά. Συνήθως, αυτή η ανούσια στιχομυθία κόβεται με ένα “Ε, παιδιά. Ελλάδα, Πάτρα εδώ” και βλέπεις την έκπληξη στα μάτια τους διότι τους φαίνεται απίστευτο ότι ένας Έλληνας δουλεύει εδώ μέσα.

«Για τη δουλειά, που λες, όλοι το ξέρουν. Δεν έχω να κρύψω κάτι. Καταρχάς, τώρα με ταΐζει αυτό το πράγμα. Όχι μόνο εμένα. Είμαστε 25-30 άτομα στη συγκεκριμένη δουλειά»

»Γενικά, αυτό που δημιουργεί τα πιο αστεία περιστατικά είναι πως οι περισσότεροι, επειδή προέρχονται από χώρες όπου η κάνναβη είναι παράνομη, δεν μπορούννα χωρέσουν στο μυαλό του το γεγονός ότι σε ένα μαγαζί, όπου συχνάζει κι άλλος κόσμος, γίνεται να καπνίσεις χόρτο. Για παράδειγμα, πριν από λίγο καιρό είχαν έρθει κάποιοι αστυνομικοί στο μαγαζί για να μας κάνουν μια ενημέρωση – τίποτα φοβερό. Με το που μπήκαν, λοιπόν, ο κόσμος ξεκίνησε να καβατζώνεται και να κρύβει τα χόρτα. Είχαν παγώσει όλοι. Νόμιζαν πως είχαν έρθει για να τους ψάξουν. Δεν χωράει το μυαλό τους ότι εδώ μέσα, αυτό το πράγμα είναι νόμιμο. Ακόμα κι αν σε δει έξω κάποιος αστυνομικός με τσιγαριλίκι -απαγορεύεται κανονικά εκτός coffeeshop- δεν θα σου κάνει τίποτα, ειδικά αν είσαι τουρίστας. Ίσα-ίσα, θα κοιτάξει αν είσαι καλά ή αν χρειάζεσαι βοήθεια. Αν, απ’ την άλλη, είσαι κάτοικος Ολλανδίας, που θεωρητικά γνωρίζεις τη νομοθεσία, τότε μπορεί να σου επιβληθεί πρόστιμο 90 ευρώ. Και πάλι, πρέπει να είσαι προκλητικός για να μπει στη διαδικασία να σε “κυνηγήσει”», τονίζει ο Γεράσιμος.

Η κουβέντα μας διακόπτεται προσωρινά, για να χαρετίσω τον Τάι, τον έναν από τους δύο σκύλους τους που κάνει την εμφάνισή του on camera. 

«Έτσι, που λες», επανέρχεται ο Γεράσιμος. «Βλέπεις πολλά εδώ. Ακόμη και μεθυσμένους που πέφτουν στα κανάλια». Όντως, σε έρευνα του Tobias van Dijk, για το Public Health Service of Amsterdam (GGD), αναφέρεται ότι κάθε χρόνο επτά με οκτώ άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από πνιγμό σε κάποιο κανάλι της ολλανδικής πρωτεύουσας. «Επίσης, εδώ είναι ο Νο.1 προορισμός για bachelor parties. Καταλαβαίνεις, χαμός», λέει η Χρύσα.

«Οι δικοί σας, στην Ελλάδα, πώς αντιμετώπισαν την απόφασή σας, τόσο να μεταναστεύσετε όσο και να δουλέψετε σε coffeeshop;», απορώ – κυρίως για το δεύτερο σκέλος. «Δεν περίμεναν να φύγουμε και κυρίως να μείνουμε, να αντέξουμε», λέει η Χρύσα. Ο Γεράσιμος παίρνει τον λόγο. «Για τη δουλειά, που λες, όλοι το ξέρουν. Δεν έχω να κρύψω κάτι. Καταρχάς, τώρα με ταΐζει αυτό το πράγμα. Όχι μόνο εμένα. Είμαστε 25-30 άτομα στη συγκεκριμένη δουλειά. Σκέψου πόσες οικογένειες είναι από πίσω. Αυτή η βιομηχανία ειναι τεράστια», λέει. To 2014, στην τελευταία επίσημη καταγραφή, μόνο στο Άμστερνταμ υπήρχαν 183 coffeeshop.

Όταν τον είχα γνωρίσει στο Άμστερνταμ, ο Γεράσιμος μού είχε αναφέρει το Cannahunters, ένα ψηφιακό περιοδικό σχετικό με την κάνναβη που, δημοσιογραφικά έστω, μου κίνησε την περιέργεια να μάθω τι είναι. «Το Cannahunters ήταν ιδέα ενός φίλου μου που μένει πέντε χρόνια εδώ και δουλέυει σε smartshop. Ήθελε να κάνουμε κάτι πρωτότυπο πάνω στο θέμα της κάνναβης, μιας κι οι δύο γνωρίζουμε πλέον πολλά πράγματα για την καλλιέργειά της, τις ιδιότητές κ.λπ. Η γνώση που έχω αποκτήσει αυτά τα χρόνια, που δουλεύω στο Abraxas, είναι πραγματικά χρυσάφι. Μόνο και μόνο η ανταλλαγή απόψεων με κόσμο από την Αμερική, για παράδειγμα, που έρχεται εκεί, είναι κάτι φοβερά πολύτιμο. Το Cannahunters λοιπόν είναι ένα τύπου μαγκαζίνο, με site, Facebook και Instagram page, όπου ανεβάζουμε φωτογραφίες και βίντεο σχετικά με το μαγείρεμα της κάνναβης, τη φαρμακευτική κάνναβη κ.ά. Τρέχοντάς το, θέλουμε να κάνουμε διάφορα πράγματα. Να καλύψουμε διοργανώσεις cannabis cup, ακόμα και να χτίσουμε μια ολόκληρη εμπειρία κάνναβης για όποιον έρχεται στο Άμστερνταμ. Ετοιμάζουμε δωμάτιο Cannahunters. Φαντάσου κάτι σαν τα Bed & Breakfast, αλλά με την εμπειρία της κάνναβης». 

Ο Γεράσιμος ο οποίος έχει αποκτήσει πιστοποιητικό για τις βασικές γνώσεις της κάνναβης και πλέον θεωρείται ένας μετρ, στέκεται στις φαρμακευτικές ιδιότητες της κάνναβης που σόκαραν και τον ίδιο στην αρχή. «Τι να σου πω; Για τύπους που έχουν κάνει επεμβάσεις, έχουν λάμες στο σώμα τους και καταναλώνουν κάνναβη για να μην πονούν; Για ανθρώπους που γνωρίζω, με κατάθλιψη, που παίρνουν sativa για να ανεβαίνουν ψυχολογικά; Είναι πολλά τα παραδείγματα. Δες αυτό το βίντεο με έναν άνθρωπο που έχει πάρκινσον και παίρνει φαρμακευτική κάνναβη», μου λέει και μου στέλνει αυτό:

«Άλλοι Έλληνες δουλεύουν σε coffeeshop;» αναρωτιέμαι. «Φυσικά», λέει ο Γεράσιμος. Γενικά έχει πολλούς Έλληνες στο Άμστερνταμ, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Ακόμα και μπουγατσάδικο έχουμε», λέει και αναφέρεται στο De bladerdeeg specialist (Ο σπεσιαλίστας της σφολιάτας), του Θεσσαλονικού Βασίλη Μακρή, που θα πετύχεις κάνοντας ένα πέρασμα από την υπαίθρια αγορά του Waterloo plein. Ψάχνοντας, βρήκα ότι τα τελευταία χρόνια έχει όντως παρατηρηθεί αυξημένη προσέλευση Ελλήνων στο Προξενικό Γραφείο της Ολλανδίας. Από στατιστικά στοιχεία της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Ολλανδίας, προκύπτει αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος, καθώς από 16.000 Έλληνες που ήταν πριν το 2010, ο αριθμός αυτός ανέρχεται σήμερα σε 24.000, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι περίπου 2.500 φοιτητές.

«Θα γύριζες πίσω», ρωτώ μόνο τον Γεράσιμο μιας και η Χρύσα έχει ξαπλώσει ήδη. «Δεν ψήνομαι. Είχα πάει πρόσφατα για διακοπές για έναν μήνα και απόρησα γιατί δεν είχα φύγει νωρίτερα».

«Ακόμα κι αν δεν υπήρχε η κρίση;», ρωτώ. «Η κρίση είναι σίγουρα ένα πάτημα, αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημά μου για να φύγω. Είτε με κρίση είτε χωρίς, θα έφευγα. Δεν είναι ότι δεν μου αρέσει η ζωή εκεί ή ότι δεν μου λείπει η Ελλάδα. Προχτές, μάλιστα, λιγουρευτήκαμε πίτες με σουβλάκι με τη Χρύσα. Εδώ δεν παίζει αυτό ή να παραγγείλεις στις 3 τα ξημερώματα. Δεν είναι 24/7 πόλη. Αλλά υπάρχουν άλλα πράγματα που με κρατούν εδώ ή με διώχνουν από την Ελλάδα, αν θες». 

Περισσότερα από το VICE

Ένας Άνδρας Περιγράφει όσα Έζησε σαν Γυναίκα στο Ελληνικό Facebook

Φοιτήτριες που Πληρώνουν τα Πανεπιστημιακά Δίδακτρά τους Κάνοντας τις Ερωτικές Συνοδούς

Πέρασα Μερικές Ώρες στο Θρυλικό Λεωφορείο 140

Ακολουθήστε το VICE στο TwitterFacebook και Instagram.

Ημερ. Δημοσίευσης:16 March 2017 9:03 am

Πηγή

Συγγραφέας:ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΥΜΠΕΚΗΣ