Στη Μοναστηρίου το κρύο ξύριζε αργά το απόγευμα της Δευτέρας. Τα βράδια της Δευτέρας η Θεσσαλονίκη είναι μελαγχολική και βαριά σαν μολύβι. Είχα μία γλυκόπικρη αίσθηση όταν οδηγούσα προς το αστυνομικό μέγαρο στα δυτικά. Για φαντάσου, στην καρδιά του κακοφωτισμένου κτιρίου της Αστυνομίας θα συγκεντρώνονταν άνθρωποι για να συζητήσουν για τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες», έστω εξ αντανακλάσεως. Ήταν μια εκδήλωση της λέσχης ανάγνωσης αστυνομικών Θεσσαλονίκης «Χρίστος Τσολάκης» με καλεσμένο τον συγγραφέα Δημήτρη Μαμαλούκα και θέμα το τελευταίο του αστυνομικό μυθιστόρημα, «Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών» (εκδ. Κέδρος).

«Είμαστε χαρούμενοι για τη σημερινή εκδήλωση και ιδιαίτερα για την παρουσία του συγγραφέα. Τι σόι αστυνομικοί θα ήμασταν αν δεν διαβάζαμε αστυνομική λογοτεχνία» προλόγισε ο Δημήτρης Αποστόλου, η «ψυχή» της πρωτοβουλίας. Το αστυνομικό μυθιστόρημα ανθεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα: Την περίοδο 1995-2015 εκδόθηκαν 272 τίτλοι, ενώ 50 τίτλοι εκδόθηκαν μόνο το 2016. «Την ανάπτυξη του είδους στη μεταπολεμική Ελλάδα ανέκοπταν η απουσία μεγαλουπόλεων και εμπιστοσύνης στη λογική», είπε η Μαρία Αλτίκη από τη λέσχη ανάγνωσης αστυνομικής λογοτεχνίας «Οξυγόνο». «Σήμερα η αστυνομική λογοτεχνία θα μπορούσε να πάρει τη θέση των παραμυθιών κι επιπλέον στην εποχή της κρίσης να περάσει κοινωνικά μηνύματα», σημείωσε η ίδια.

Κι έπειτα τον λόγο πήρε ο Δημήτρης Μαμαλούκας. «Αισθάνομαι κάπως αμήχανα να βρίσκομαι απέναντι σε αληθινούς αστυνομικούς. Δεν είναι μόνο ότι στα βιβλία τους αποκαλούμε “μπάτσους”», είπε ο συγγραφέας. «Ξέρω ότι πολλοί αστυνομικοί γελάνε με τις περιγραφές που κάνουμε στα βιβλία και το σινεμά. “Γελάμε”, λένε, “όταν βλέπουμε τον πρωταγωνιστή να βουτά το δάχτυλο στο σακουλάκι κι έπειτα στο στόμα για να καταλάβει ότι περιέχει κοκαΐνη. Αυτά δε γίνονται”, υποστηρίζουν. “Και αν ήταν ποντικοφάρμακο”, ρωτούν». Ο Δ. Μαμαλούκας είναι ένας γλυκύς κι έξυπνος άνθρωπος. «Δεν έχω επαφές με αστυνομικούς και δεν με ενδιαφέρει να αποτυπώσω ακριβώς τις πρακτικές τους. Καμιά φορά η ανακολουθία έχει γοητεία. Μία φορά μόνο ζήτησα μέσω κοινού γνωστού από έναν αστυνομικό να δω από κοντά ένα αληθινό όπλο. Θυμάμαι ότι ήταν ένα μακρύκανο Magnum το οποίο περιέγραψα στο βιβλίο», είπε.

Ο συγγραφέας χρειάστηκε πέντε χρόνια για να ολοκληρώσει το μυθιστόρημα. Μελέτησε πολλά βιβλία για τις Ερυθρές Ταξιαρχίες (Brigate Rosse) και το ένοπλο στην Ιταλία, αμέτρητα δημοσιεύματα και μαρτυρίες συγγενών θυμάτων από τα «μολυβένια χρόνια» της δεκαετίας του ΄70. Ο ίδιος σπούδασε Φιλοσοφία στο Λέτσε και τη Ρώμη στα τέλη των 8οs κι έζησε τον απόηχο της ταραγμένης και σκοτεινής περιόδου. «Ήταν πολύ σκληρά χρόνια, υπήρχε τεράστια φόρτιση και σχεδόν καθημερινά τυφλά χτυπήματα με νεκρούς και τραυματίες. Αν δεν σταματούσες σε σήμα στον δρόμο, σε γάζωναν», σημείωσε.

Τα μυστικά της τρομοκρατικής ομάδας

Σύμφωνα με την πλοκή του βιβλίου, ο φοιτητής Αλεσάντρο εξαφανίζεται ξαφνικά από τη Μπολόνια και η μητέρα του ζητάει τη βοήθεια του Γκαμπριέλε Αμπιάτι, παλιού της γνωστού και ερασιτέχνη ντετέκτιβ. Ο Γκαμπριέλε με τη βοήθεια του φίλου του, Νικόλα Μιλάνο, αναζητούν την τύχη του νεαρού σε μια σκοτεινή Ιταλία, μέχρι που ένας γνωστός συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας εκδίδει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Το βιβλίο θα κινητοποιήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό αντιδράσεων αφού φαίνεται να ξεθάβει μυστικά μιας τρομοκρατικής ομάδας που έδρασε στο Μιλάνο τα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ’70.

«Με επηρέασε η απαγωγή και δολοφονία του Άλντο Μόρο, η οποία, πέρα από το πολιτικό βάρος, είχε και όλα τα στοιχεία ενός εγκλήματος. Οι 55 μέρες ομηρίας, οι επιστολές που έγραψε, η ακαδημαϊκή γλώσσα με την οποία απευθυνόταν στους απαγωγείς που “δεν τον καταλάβαιναν”, το διαμέρισμα που είχε αγοραστεί με χρήματα ληστείας των Ερυθρών Ταξιαρχιών και υποστηρίχτηκε ότι ανήκε στις μυστικές υπηρεσίες, όπως και άλλα διαμερίσματα στην ίδια οικοδομή. Όλες εκείνες οι θεωρίες συνομωσίας που εξυφάνθηκαν γύρω από την υπόθεση Μόρο κι έπειτα η κυρίαρχη άποψη ότι το ιταλικό κράτος γνώριζε», είπε ο Δ. Μαμαλούκας. Η πλοκή του μυθιστορήματος είναι η αφορμή. Το φόντο είναι η εξάπλωση των Brigate Rosse μέσω πυρήνων σε κάθε ιταλική πόλη – εκτιμάται ότι ως και 10.000 άτομα συμμετείχαν λιγότερο ή περισσότερο ενεργά – η παράλληλη άνοδος της ακροδεξιάς τυφλής τρομοκρατίας, το μίσος και η παράνοια στη γειτονική χώρα. Κι έπειτα είναι οι αστυνομικοί στο βιβλίο, αλλά και στο αστυνομικό μέγαρο το βράδυ της Δευτέρας. «Αισθάνομαι αμήχανα, αλλά δεν το σκέφτομαι» επανέλαβε ο συγγραφέας με αφορμή την ίδια ερώτηση. «Δεν τους λυπάμαι και στα βιβλία προσπαθώ να είμαι ουδέτερος. Χωρίς να θέλω να τα βάλω στη ζυγαριά, έγιναν τέρατα και από τις δύο πλευρές». 

Στο τεχνικό μέρος, ο Μαμαλούκας γνωρίζει από την αρχή το τέλος των βιβλίων του. «Όταν ξεκινώ το γράψιμο, πάντα γνωρίζω το τέλος. Έχω έναν λεπτομερή σκελετό τον οποίο ακολουθώ πιστά, ώστε να μην καταλήξω σε αδιέξοδο» σημείωσε. Ο ίδιος δεν διακρίνει κανένα κοινό στοιχείο με τον πρωταγωνιστή, Νικόλα Μιλάνο – «ίσως μοιράζομαι την ίδια μανία για τα αρχεία με τον Γκαμπριέλε», είπε.

Περισσότερα από το VICE

Οι Γυναίκες που τα Έβαλαν με τη Χρυσή Αυγή

Φοιτήτριες που Πληρώνουν τα Πανεπιστημιακά Δίδακτρά τους Κάνοντας τις Ερωτικές Συνοδούς

Τρόμαξα Παρακολουθώντας την Εκπομπή «Με Αρετή και Τόλμη» για τον Ελληνικό Στρατό

Ακολουθήστε το VICE στο TwitterFacebook και Instagram.

Ημερ. Δημοσίευσης:14 March 2017 9:04 am

Πηγή

Συγγραφέας:ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΚΟΥΜΑΚΑΣ