Οι Δαίμονες | Τerrapapers

0
24

Σου είπαν ό,τι ο θεός είναι καλός και ο διάβολος είναι κακός κι ΕΣΥ το “κατάπιες αμάσητο” !!! Πως το ξέρεις πως είναι κακός και δεν είναι κι αυτός ένας δύστυχος σαν και σένα που παλεύει για να πληρώσει τις υποχρεώσεις του με γυναίκα παιδιά και συγγενολόια; Δεν σου λέω ό,τι είναι έτσι, απλά λέω ΠΩΣ ΞΕΡΕΙΣ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ; Αυτή η ιστορία είναι αρκούντως αστεία και ικανή να σου δώσει μια διαφορετική οπτική των θεμάτων που «πιστεύεις» … κι όχι, δεν ισχυρίζεται πως αυτή είναι η αλήθεια, σίγουρα όμως δεν ξέρουμε ποια είναι η αλήθεια. Άρα μπορούμε τουλάχιστον να διασκεδάζουμε, να ειρωνευόμαστε, να γελάμε, δηλαδή να είμαστε σκωπτικοί με τους μπαμπούλες, τις φοβίες, τα ψέματα, τις «αλήθειες» και τις εικασίες μας. Νοιώσε το σώμα σου, διασκεδάζει με την ιστορία ή παγώνει και τρέμει σύγκορμο σαν τον δύστυχο Νεελζεβούλ; Γιατί άραγε;

Οι Δαίμονες

Περπατώντας στη Δεύτερη Λεωφόρο ο Άρθουρ Γκάμμετ σκεφτόταν ότι ήταν μια αρκετά καλή ανοιξιάτικη μέρα. Ούτε πολύ κρύο ούτε πολύ ζέστη, δροσερή ίσα – ίσα για να σε τονώνει. Μια ιδανική μέρα για να πουλήσει ασφαλιστικά συμβόλαια, συμπέρανε. Στη γωνιά της Ενάτης Οδού κατέβηκε αμέριμνα από το πεζοδρόμιο.

Και εξαφανίστηκε.

«Το ‘δες αυτό;» ρώτησε εμβρόντητος ένας βοηθός χασάπη το αφεντικό του. Οι δυο τους στέκονταν μπροστά στο μαγαζί τους, χαζεύοντας τους διαβάτες που περνούσαν.

«Τι να δω;» ρώτησε ο χασάπης, ένας παχύς άντρας με ροδαλή φάτσα.

«Εκείνον τον τύπο με το παλτό. Εξαφανίστηκε».

«Ε, και τι έγινε;» έκανε ο χασάπης. «Θα έστριψε στην Ενάτη. Τι με αυτό;»

Ο βοηθός του χασάπη δεν είχε δει τον Άρθουρ ούτε να στρίβει στην Ενάτη Οδό, ούτε να την κατεβαίνει, ούτε να διασχίζει τη Δευτέρα Λεωφόρο. Τον είχε δει να εξαφανίζεται. Αλλά ήταν φρόνιμο να επιμείνει σε αυτό; Λένε ποτέ στο αφεντικό ότι κάνει λάθος; Μάλλον θα του έβγαινε ξινό. Χώρια που, τελικά, μπορεί ο τύπος να είχε στρίψει στην Ενάτη. Που αλλού να ‘χε πάει άλλωστε; Αλλά ο Άρθουρ Γκάμμετ δεν ήταν πια στη Νέα Υόρκη. Είχε στα αλήθεια εξαφανιστεί εντελώς.

Κάπου αλλού, όχι απαραίτητα στη Γη, ένα πλάσμα που λεγόταν Νεελζεβούλ είχε τα μάτια του καρφωμένα σε ένα πεντάγωνο σχεδιασμένο στο πάτωμα. Μέσα εκεί είχε υλοποιηθεί κάτι, αλλά δεν ήταν αυτό που περίμενε. Ο Νεελζεβούλ κάρφωσε το πλάσμα με ένα πικρόχολο βλέμμα, νιώθοντας ότι ο θυμός του ήταν απόλυτα δικαιολογημένος. Είχε ξοδέψει χρόνια και χρόνια ψάχνοντας σε παλιές μαγικές συνταγές, κάνοντας πειράματα με βότανα κι αποστάγματα και διαβάζοντας τα καλύτερα βιβλία αποκρυφισμού και μαγείας. Είχε ξοδέψει ότι είχε και δεν είχε σε μια τεράστια προσπάθεια και ποιο το αποτέλεσμα; Είχε εμφανιστεί λάθος δαίμονας!

Υπήρχαν, βέβαια, πολλά που μπορεί να είχαν πάει στραβά. Το κομμένο χέρι του πτώματος, λόγου χάρη, μπορεί να ήταν από κανέναν αυτόχειρα ακόμη και τους καλύτερους προμηθευτές υλικών δεν ήταν να τους εμπιστεύεται κανείς. Ή ίσως η γραμμή του πενταγώνου να μην ήταν απόλυτα ίσια σε κάποιο σημείο και κάτι τέτοιες λεπτομέρειες έπαιζαν σπουδαίο ρόλο. H μπορεί τα λόγια της επίκλησης να μην ήταν στη σωστή σειρά. Ακόμη και η λαθεμένη προφορά μιας συλλαβής ήταν αρκετή για να χαλάσει η δουλειά.

Όπως και να ‘χε, η ζημιά είχε γίνει. Ο Νεελζεβούλ έγειρε τον κόκκινο, φολιδωτό ώμο του στην πελώρια μπουκάλα πίσω του και έξυσε τη ράχη του με ένα νύχι σαν γιαταγάνι. Όπως γινόταν συνήθως όταν τον προβλημάτιζε κάτι, η αγκαθωτή ουρά του χτυπούσε κάτω νευρικά. Όμως, από το τίποτα, κάτι ήταν και αυτό. Τουλάχιστον είχε καταφέρει να καλέσει κάποιον δαίμονα.

Αλλά το πλάσμα μέσα στο πεντάγωνο δεν έμοιαζε με κανένα συνηθισμένο δαίμονα. Εκείνη η μαλακιά, γκριζωπή σάρκα του για παράδειγμα … Αλλά, από την άλλη μεριά, οι ιστορικές περιγραφές των δαιμόνων ήταν περιβόητα ανακριβείς. Ότι σόι υπερφυσικό πλάσμα κι αν ήταν τούτο, θα τον υπάκουε απόλυτα. Γι’ αυτό δεν υπήρχε αμφιβολία. Ο Νεελζεβούλ δίπλωσε πιο άνετα τα κατσικοπόδαρά του κάτω από το κορμί του και περίμενε το παράξενο πλάσμα να μιλήσει.

O Άρθουρ Γκάμμετ ήταν ακόμη πολύ εμβρόντητος για να αρθρώσει λέξη. Μια στιγμή προηγουμένως περπατούσε προς το ασφαλιστικό γραφείο του, δίχως να ενοχλεί κανέναν, απολαμβάνοντας τον ευχάριστα δροσερό αέρα των πρώτων ημερών της άνοιξης. Στη γωνιά Δεύτερης και Ενάτης είχε κατέβει από το πεζοδρόμιο -και είχε βρεθεί εδώ. Όπου τελοσπάντων κι αν ήταν αυτό το εδώ.

Τρικλίζοντας ελαφρά στα πόδια του, διέκρινε μέσα από πυκνές ομίχλες που γέμιζαν το δωμάτιο ένα πελώριο τέρας με κόκκινα λέπια να κάθεται σταυροπόδι πιο πέρα. Δίπλα του υπήρχε κάτι που έμοιαζε με πελώρια μπουκάλα, τουλάχιστον τρία μέτρα ψηλή. Το πλάσμα είχε και ουρά με αγκαθωτή άκρη και τώρα έξυνε το κεφάλι του με δαύτη, αγριοκοιτάζοντας τον Άρθουρ με τα μικρά γουρουνίσια μάτια του. Ο Άρθουρ, αλαφιασμένα, προσπάθησε να κάνει πίσω, αλλά δεν κατάφερε να σαλέψει πάνω από ένα βήμα. Τότε παρατήρησε ότι βρισκόταν μέσα σε ένα σχεδιάγραμμα φτιαγμένο με κιμωλία και, για κάποιο λόγο, ήταν αδύνατο να περάσει τις άσπρες γραμμές του.

«Α χα!» γρύλισε το κόκκινο πλάσμα. «Σε μάγκωσα τελικά». Τα λόγια του δεν ήταν ακριβώς αυτά, οι ήχοι που έβγαζε από το στόμα του ήταν εντελώς απόκοσμοι. Αλλά, κατά περίεργο τρόπο, ο Άρθουρ μπορούσε να καταλάβει τα λόγια. Δεν ήταν τηλεπάθεια, αλλά μάλλον σαν να μπορούσε να μεταφράζει αυτόματα την ξένη γλώσσα στη δική του.

«Οφείλω να ομολογήσω ότι μάλλον με απογοήτευσες» είπε ο Νεελζεβούλ όταν δεν πήρε καμία απάντηση από τον αιχμάλωτο δαίμονα μέσα στο πεντάγωνο. «Όλοι οι θρύλοι μας λένε ότι οι δαίμονες είναι φοβερά πλάσματα, με μπόι πέντε μέτρα, με φτερούγες και μικροσκοπικά κεφάλια και μια τρύπα στο στήθος από την οποία εκτοξεύουν παγωμένο νερό».

Ο Άρθουρ Γκάμμετ έβγαλε το παλτό του, αφήνοντάς το να πέσει μουλιασμένο στα πόδια του. Αφηρημένα συλλογίστηκε ότι ήταν επόμενο οι δαίμονες εδώ να εκτοξεύουν παγωμένο νερό. Το δωμάτιο ήταν καυτό σαν φούρνος. Ήδη το γκρίζο καρό κοστούμι του ήταν μια μουσκεμένη, ζαρωμένη μάζα από ύφασμα και ιδρώτα.Και με τη σκέψη αυτή αποδέχτηκε την πραγματικότητα του πράγματος -το κόκκινο πλάσμα, το σχέδιο με την κιμωλία που δεν μπορούσε να διαβεί, το αφόρητο ζεστό δωμάτιο… το καθετί.

Είχε προσέξει ότι στα βιβλία, τα περιοδικά και τον κινηματογράφο, όταν ένας άνθρωπος ερχόταν αντιμέτωπος με κάτι εντελώς παράξενο, συνήθως φώναζε κάτι σαν, «Τσίμπα με! Δεν μπορεί να ‘ναι αλήθεια», ή «Θεέ και Κύριε! Ή κοιμάμαι και ονειρεύομαι ή είμαι τρελός ή μεθυσμένος». Ο Άρθουρ δεν είχε σκοπό να ξεφουρνίσει τίποτα το τόσο καταφανώς παράλογο. Κατά πρώτο λόγο, ήταν σίγουρος ότι στο πελώριο κόκκινο πλάσμα δεν θα άρεσε κάτι τέτοιο. Κατά δεύτερο, ήξερε ότι ούτε ονειρευόταν, ούτε ήταν τρελός, ούτε ήταν μεθυσμένος. Στο λεξιλόγιο του Άρθουρ Γκάμμετ δεν υπήρχαν λόγια να περιγράψει την εμπειρία του, αλλά ήταν σίγουρος γι’ αυτή πέρα από κάθε αμφιβολία. Άλλο πράγμα ένα όνειρο κι άλλο τούτο δω.

«Οι θρύλοι ποτέ δεν έκαναν λόγο ότι μπορείτε να ξεφλουδίζετε το δέρμα σας», παρατήρησε σκεφτικά ο Νεελζεβούλ κοιτάζοντας το παλτό στα πόδια του Άρθουρ. «Ενδιαφέρον».

«Κάνεις κάποιο λάθος», δήλωσε αποφασιστικά ο Άρθουρ. Η πείρα που είχε σαν ασφαλιστής αποδεικνυόταν πολύ χρήσιμη τώρα. Ήταν συνηθισμένος να συναντά κάθε λογής ανθρώπους και να βρίσκει την άκρη και στην πιο μπλεγμένη κατάσταση. Τούτο το πλάσμα, προφανώς, είχε προσπαθήσει να καλέσει ένα δαίμονα. Για κάποιο λόγο, αντί για δαίμονα, είχε καλέσει τον Άρθουρ Γκάμμετ και τώρα είχε τη λαθεμένη εντύπωση ότι ο Άρθουρ ήταν δαίμονας. Το λάθος έπρεπε να διορθωθεί αμέσως.

«Είμαι ασφαλιστής» εξήγησε στο πλάσμα. Εκείνο κούνησε οργισμένα το τεράστιο κερασφόρο κεφάλι του. Η ουρά του πλατάγιασε πέρα δώθε με ανησυχητικό τρόπο.

«Το τι κάνεις στον άλλο κόσμο δε με ενδιαφέρει καθόλου» γρύλισε ο Νεελζεβούλ. «Σε διαβεβαιώνω, δε δίνω πεντάρα ποια κατηγορίας δαίμονας είσαι».

«Μα σου λέω δεν είμαι -»

«Δεν πιάνουν αυτά σε μένα!» βρυχήθηκε απότομα ο Νεελζεβούλ, κοιτάζοντας άγρια τον Άρθουρ από την άκρη του πενταγώνου. «Το ξέρω ότι είσαι δαίμονας. Και θέλω ντραστ!»

«Ντραστ; Δε νομίζω ότι – »

«Ξέρω απέξω και ανακατωτά όλα τα κόλπα εσάς των δαιμόνων», τον έκοψε πάλι ο Νεελζεβούλ, με μια φανερή προσπάθεια να συγκρατήσει τα νεύρα του. «Το ξέρω -και το ξέρεις- πως όταν καλείς ένα δαίμονα, αυτός είναι υποχρεωμένος να σου ικανοποιήσει μία επιθυμία. Λοιπόν, σε κάλεσα, και θέλω ντραστ. Πέντε τόνους ντραστ».

«Το ντραστ…» άρχισε αμήχανα ο Άρθουρ, στέκοντας στη γωνιά του πενταγώνου που απείχε περισσότερο από εκείνη την αγκαθωτή ουρά.

«Ντραστ, βουτ, χακατίνι, σουπντερούπε, όπως θες πες το. Το ίδιο πράγμα είναι».

Ο Άρθουρ κατάλαβε ότι το πλάσμα μιλούσε για λεφτά. Οι λέξεις του ήταν άγνωστες, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι σήμαιναν. Αναμφίβολα το ντραστ ήταν το νόμισμα του τόπου.

«Πέντε τόνοι ντραστ δεν είναι πολύ», παρατήρησε ο Νεελζεβούλ με πονηρό χαμόγελο. «Δεν είναι τίποτα για ένα δαίμονα. Θα έπρεπε να χαίρεσαι που δεν είμαι κανένας από κείνους τους βλάκες που ζητάνε αθανασία και τέτοια».

Ο Άρθουρ συμφώνησε μαζί του. «Και αν δε σου φέρω το ντραστ;» ρώτησε.

«Στην περίπτωση αυτή», αποκρίθηκε ο Νεελζεβούλ, αλλάζοντας το χαμόγελο με ένα άγριο βλέμμα «θα σε καλέσω πάλι, αλλά μέσα στην μπουκάλα αυτή τη φορά».

Ο Άρθουρ κοίταζε στην πελώρια μπουκάλα που ήταν πιο ψηλή και από τον Νεελζεβούλ. Πλατιά στη βάση της, στένευε πολύ προς το στόμια. Έτσι και τούτο το πλάσμα κατάφερνε να τον κλείσει εκεί μέσα, δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει να βγει από κείνο το στενό λαιμό και ο Άρθουρ ήταν σίγουρος ότι η απειλή του πλάσματος δεν ήταν λόγια του αέρα.

«Βέβαια», συνέχισε ο Νεελζεβούλ, με χαμόγελο ακόμη πιο πονηρό από πριν «δεν υπάρχει λόγος για τέτοια δραστικά μέτρα. Πέντε τόνοι από το καλό μας σουπντερούπ είναι παιχνιδάκι για σένα. Για μένα είναι αμύθητα πλούτη, αλλά συ έτσι και κουνήσεις το δαχτυλάκι σου, το βρήκες». Κοντοστάθηκε, και το χαμόγελό του έγινε κάπως παρακλητικό.

«Ξέρεις» συνέχισε σιγανά, «ειλικρινά, έχω φάει χρόνια και χρόνια σε τούτη τη προσπάθεια. Διάβασα ένα σωρό βιβλία και ξόδεψα ένα κάρο βουτ». Η ουρά του μαστίγωσε ξαφνικά το πάτωμα, με κρότο σαν σφαίρα που αποστρακιζόταν από γρανίτη. «Γι’ αυτό αλίμονό σου αν προσπαθήσεις να με γελάσεις!» βρυχήθηκε.

Ο Άρθουρ ανακάλυψε ότι η δύναμη που έβγαινε από το πεντάγωνο έφτανε τουλάχιστον ως εκεί που έφτανε και ο ίδιος. Επιφυλακτικά στην αρχή, έγειρε πάνω στον αόρατο τοίχο, διαπίστωσε ότι άντεχε το βάρος του και στηρίχτηκε κανονικά πάνω του. Πέντε τόνους ντραστ, συλλογίστηκε. Κατά τα φαινόμενα, το πλάσμα ήταν μάγος, ένας Θεός ήξερε από που. Ίσως από κάποιον άλλο πλανήτη. Το πλάσμα είχε επιχειρήσει να καλέσει έναν δαίμονα για να του πραγματοποιήσει μια επιθυμία, αλλά είχε καλέσει αυτόν. Τώρα ή θα του πραγματοποιούσε την επιθυμία, ή θα κλεινόταν στην μπουκάλα. Πολύ παράλογα όλα αυτά, αλλά ο Άρθουρ Γκάμμετ είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι όλοι οι μάγοι ήταν παλαβοί.

«Θα προσπαθήσω να βρω το ντραστ που θέλεις», είπε ο Άρθουρ, νιώθοντας ότι κάτι έπρεπε να πει. «Αλλά θα πρέπει να γυρίσω στον … στον άλλο κόσμο για να το κάνω. Πάνε αυτά που ‘ξερες η μέθοδος με το σκέτο κούνημα του δαχτύλου δεν έχει πέραση πια».

«Σύμφωνοι» αποκρίθηκε το τέρας, στεκόταν στην άκρη του πενταγώνου και κοιτάζοντάς τον χαιρέκακα. «Σε εμπιστεύομαι. Αλλά να θυμάσαι, μπορώ να σε ξανακαλέσω όποια στιγμή θέλω. Δεν μπορείς να μου ξεφύγεις, ξέρεις, γι’ αυτό μην το δοκιμάσεις καν. Και να σου συστηθώ: με λένε Νεελζεβούλ».

«Καμιά συγγένεια με τον Βεελζεβούλ;» ρώτησε ο Άρθουρ.

«Προπάππος μου» αποκρίθηκε ο Νεελζεβούλ κοιτάζοντας καχύποπτα τον Άρθουρ. «Ήταν στρατιωτικός, ξέρεις. Δυστυχώς γι’ αυτόν …» Ο Νεελζεβούλ σταμάτησε απότομα καρφώνοντας τον Άρθουρ με ένα άγριο βλέμμα. «Αλλά εσείς οι δαίμονες τα ξέρετε καλύτερα από μένα όλα αυτά. Άπαγε! Και να μου φέρεις εκείνο το ντραστ!»

Ο Άρθουρ Γκάμμετ εξαφανίστηκε πάλι.

Υλοποιήθηκε στη γωνιά της Δεύτερης Λεωφόρου με την Ενάτη Οδό, ακριβώς στο σημείο όπου είχε εξαφανιστεί αρχικά. Το παλτό του ήταν ριγμένο στα πόδια του και τα ρούχα του ήταν νωπά από ιδρώτα. Παραπάτησε μια στιγμή πριν ξαναβρεί την ισορροπία του -γιατί ήταν ακουμπισμένος στον αόρατο τοίχο όταν ο Νεελζεβούλ τον εξαφάνισε- σήκωσε το παλτό του και ξεκίνησε γοργά για το σπίτι του. Ευτυχώς δεν υπήρχαν κοντά και πολλοί περαστικοί τη στιγμή της εμφάνισής του.

Δυο νοικοκυρές ξεροκατάπιαν, ανοιγόκλεισαν εμβρόντητες τα μάτια τους και βιάστηκαν να απομακρυνθούν. Ένας παλαβά ντυμένος άντρας ανοιγόκλεισε κι αυτός τα μάτια του κάμποσες φορές, έκανε ένα βήμα μπροστά σαν να ήθελε να ρωτήσει κάτι, αλλά μετά φάνηκε να αλλάζει γνώμη κι απομακρύνθηκε προς την Όγδοη Οδό. Οι υπόλοιποι διαβάτες είτε δεν τον είχαν δει, είτε δεν τους καιγόταν καρφάκι.

Φτάνοντας στο δυάρι που έμενε ο Άρθουρ έκανε μια χλιαρή προσπάθεια να αγνοήσει το όλο γεγονός αποδίδοντάς το σε όνειρο. Όταν απέτυχε παταγωδώς, άρχισε να συλλογίζεται σοβαρά το πρόβλημά του. Μπορούσε να βρει το ντραστ. Δηλαδή, ίσως μπορούσε να το βρει φτάνει να ανακάλυπτε τι σόι πράγμα ήταν. Ένα υλικό που για τον Νεελζεβούλ ήταν πολύτιμο μπορεί, τελικά, να ήταν κάτι κοινό. Μολύβι, σίδερο… οτιδήποτε. Αλλά ακόμη κι αν ήταν κάτι τέτοιο, θα εξαντλούσε εντελώς το ασθενικό του πορτοφόλι.

Μια άλλη λύση θα ήταν να καταφύγει στην αστυνομία. Και, βέβαια, θα τον έκλειναν στο πρώτο διαθέσιμο άσυλο. Ασ’ το καλύτερα. Ή θα μπορούσε  να μην παραδώσει το ντραστ -και να περάσει όλη την υπόλοιπη ζωή του σε μια μπουκάλα. Ασ’ το και αυτό.

Το μόνο που του έμενε να κάνει θα ήταν να περιμένει μέχρι να τον ξανακαλέσει ο Νεελζεβούλ και να τον ρωτήσει τι ήταν αυτό το ντραστ. Μπορεί να ήταν και απλό χώμα. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε να το μαζέψει από τη φάρμα του μπάρμπα του στο Νιου Τζέρσυ, φτάνει ο Νεελζεβούλ να του έβρισκε μεταφορικό μέσο.

Ο Άρθουρ Γκάμμετ τηλεφώνησε στο γραφείο του, δήλωσε ότι ήταν άρρωστος και ότι, κατά τα φαινόμενα, θα παρέμενε άρρωστος για κάμποσες ακόμη μέρες. Ύστερα ετοίμασε κάτι για φαγητό στο κουζινάκι του, περήφανος που ένιωθε ορεξάτος. Δεν ήταν και πολλοί εκείνοι που θα μπορούσαν να φάνε τόσο καλά με τη σκέψη ότι μπορεί να τους έκλειναν ισόβια σε μια μπουκάλα. Όταν τελείωσε, συμμάζεψε το διαμέρισμα και φόρεσε ένα ελαφρό καλοκαιριάτικο κοστούμι. Η ώρα ήταν τέσσερις και μισή το απόγευμα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και περίμενε.

Στις εννιά και μισή εξαφανίστηκε.

«Πάλι άλλαξες το δέρμα σου;» παρατήρησε ο Νεελζεβουλ. «Που είναι το ντραστ;» Η ουρά του πλατάγιζε ανυπόμονα καθώς έκανε το γύρο του πενταγώνου.

«Δεν το έχω κρυμμένο πίσω μου», τον διαβεβαίωσε ο Άρθουρ, γυρίζοντας να κοιτάξει προς τον Νεελζεβούλ. «Χρειάζομαι μερικά πρόσθετα στοιχεία». Πήρε μια ατάραχη πόζα, ακουμπώντας με ύφος στον αόρατο τοίχο που σχημάτιζαν οι γραμμές της κιμωλίας. «Και θα πρέπει να μου υποσχεθείς ότι δεν θα με ξαναενοχλήσεις αν σ’ το φέρω».

«Ασφαλώς», αποκρίθηκε πρόθυμα ο Νεελζεβουλ. «Έτσι και αλλιώς, δε δικαιούμαι πάνω από μια επιθυμία. Λοιπόν, κοίτα να δεις. Θα σου ορκιστώ το μεγάλο όρκο του Σατανά. Δεν είναι απόλυτα δεσμευτικός, ξέρεις».

«Του Σατανά;»

«Είναι ένας από τους προέδρους μας», εξήγησε ο Νεελζεβούλ με ευλαβικό ύφος. «Ο προπάππος μου, ο Βεελζεβούλ, υπηρέτησε υπό τις διαταγές του… Αλλά τι κάθομαι και σ’ τα λέω όλα αυτά; Αφού τα ξέρεις».

Ο Νεελζεβούλ ορκίστηκε επίσημα το μεγάλο όρκο του Σατανά και, πραγματικά, ήταν εντυπωσιακός όρκος. Οι μπλε ομίχλες στο δωμάτιο πήραν κόκκινες αποχρώσεις όταν τελείωσε και το περίγραμμα του πελώριου μπουκαλιού λαμπύρισε άγρια στο μισόφωτο. Στο μεταξύ ο Άρθουρ είχε πάλι μουσκέψει στον ιδρώτα, παρά το καλοκαιρινό του κοστούμι. Ευχόταν να ήταν στα αλήθεια εκείνος ο δαίμονας με το παγωμένο νερό.

«Αυτό ήταν», δήλωσε ο Νεελζεβούλ στέκοντας όρθιος στη μέση του δωματίου με την ουρά τυλιγμένη γύρω από τον καρπό του. Υπήρχε μια παράξενη λάμψη στα μάτια του, σαν να αναπολούσε περασμένα μεγαλεία και δόξες.

«Τώρα λέγε, τι σόι πρόσθετα στοιχεία θέλεις;» Ο Νεελζεβούλ άρχισε να κόβει βόλτες πέρα δώθε μπροστά στο πεντάγωνο, με την ουρά του να σέρνεται κάτω.

«Θέλω να μου περιγράψεις το ντραστ».

«Λοιπόν, είναι μαλακό, βαρύ…»

Θα μπορούσε να είναι μολύβι.

«Και κίτρινο».

Χρυσάφι!

«Χμμμ», μουρμούρισε ο Άρθουρ κοιτάζοντας ανήσυχα την μπουκάλα. «Είσαι σίγουρος ότι δεν είναι γκρίζο, έτσι; Ούτε σκούρο καστανό;»

«Όχι. Είναι πάντοτε κίτρινο. Κάποτε με κόκκινες αποχρώσεις».

Πάλι χρυσάφι.

Ο Άρθουρ κοίταξε συλλογισμένα το κόκκινο, φολιδωτό τέρας μπροστά του, που βημάτιζε πέρα δώθε με φανερή ανυπομονησία. Πέντε τόνοι χρυσάφι! Αυτό θα κόστιζε… Μπα, καλύτερα να μην το σκέφτεται. Ήταν αδύνατο.

«Θα χρειαστώ λίγο χρόνο», είπε ο Άρθουρ. «Καμιά εξηνταριά, εβδομήντα χρόνια πάνω κάτω. Λοιπόν, κοίτα να δεις. Θα σε ειδοποιήσω αμέσως μόλις -»

Ο Νεελζεβούλ τον διέκοψε με ένα τρανταχτό γέλιο. Φαίνεται ότι ο Άρθουρ είχε κεντρίσει την ελάχιστη αίσθηση του χιούμορ του, γιατί το τέρας έσφιγγε τα πλευρά του και χτυπιόταν από τα γέλια.

«Εξήντα – εβδομήντα χρόνια!» γκάριξε ο Νεελζεβούλ και ακόμη και οι γραμμές του πενταγώνου φάνηκαν να τρεμουλιάζουν. «Θα σου δώσω εξήντα ή εβδομήντα λεπτά! Μετά, το ντραστ ή η μπουκάλα!»

«Για στάσου μια στιγμή», διαμαρτυρήθηκε ο Άρθουρ έχοντας πισωπατήσει στην πιο μακρινή πλευρά του πενταγώνου. «Θα χρειαστώ λίγο -Περίμενε! Κάτι σκέφτηκα!» Μόλις του είχε κατέβει μια ιδέα και ήταν σίγουρα η καλύτερη ιδέα που του είχε κατέβει ποτέ, Ακόμη πιο σημαντικό, ήταν δική του.

«Θα χρειαστεί να μου δώσεις τη συγκεκριμένη συνταγή της τελετής που έκανες για να με καλέσεις», εξήγησε ο Άρθουρ. «Πρέπει να την ελέγξει το κεντρικό γραφείο μας για να εξακριβωθεί αν όλα είναι σύμφωνα με τους τύπους».

Το τέρας άρχισε να αφρίζει και να βρίζει, ενώ ο αέρας πήρε ένα μαύρο και πορφυρό χρώμα. Η μπουκάλα κουδούνιζε αρμονικά, έχοντας συντονιστεί στους βρυχηθμούς του Νεελζεβούλ, ενώ ακόμη και οι τοίχοι φαίνονταν να τρεμουλιάζουν. Αλλά ο Άρθουρ Γκάμμετ κράτησε ακλόνητος τη θέση του. Εξήγησε υπομονετικά στο Νεελζεβούλ – εφτά ή οχτώ φορές – ότι δε θα κέρδιζε τίποτα εμφιαλώνοντας τον, αφού έτσι ποτέ δεν θα έπαιρνε το χρυσάφι του. Το μόνο που του ζητούσε ήταν η συνταγή και σίγουρα αυτό δεν μπορεί να…  Τελικά την πήρε.

«Και τέρμα τα κόλπα, ε;» βρυχήθηκε τελικά ο Νεελζεβούλ, δείχνοντας με νόημα την μπουκάλα με τα δυο χέρια και την ουρά του. Ο Άρθουρ έγνεψε αδύναμα και υλοποιήθηκε πάλι στο δωμάτιό του.

Τις επόμενες μέρες τις ξόδεψε σε μια ξέφρενη έρευνα στη Νέα Υόρκη. Μερικά από τα συστατικά της συνταγής ήταν εύκολο να τα βρει – το κλαδάκι του γκι και το θειάφι, λόγου χάρη, τα προμηθεύτηκε από ένα ανθοκομείο. Η μούχλα από τα μνήματα και το αριστερό φτερό νυχτερίδας τον δυσκόλεψαν κάπως. Εκεί όμως που σκόνταψε πραγματικά ήταν το κομμένο χέρι ενός σκοτωμένου. Τελικά κατάφερε να το βρει από ένα μαγαζί που εξυπηρετούσε φοιτητές της ιατρικής. Ο πωλητής του εγγυήθηκε ότι ο άνθρωπος στον οποίο ανήκε το χέρι είχε πεθάνει από βίαιο θάνατο. Ο Άρθουρ υποψιαζόταν ότι ο πωλητής μάλλον τον δούλευε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα. Μεταξύ άλλων αγόρασε και μια μεγάλη μπουκάλα. Ήταν απρόσμενα φτηνή. Τελικά υπήρχαν αντισταθμιστικά οφέλη στο να ζει κανείς στην Ν. Υόρκη, συμπέρανε. Δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα, κυριολεκτικά τίποτα που να μην μπορεί να αγοράσει.

Μέσα σε τρεις μέρες είχε καταφέρει να συγκεντρώσει όλα τα υλικά, και τα μεσάνυχτα της τρίτης μέρας τα τοποθέτησε όπως έπρεπε στο πάτωμα του διαμερίσματός του. Το φως από το φεγγάρι των τριών τετάρτων χυνόταν μέσα από το παράθυρο – η συνταγή δεν καθόριζε σε ποια φάση της σελήνης έπρεπε να γίνει η δουλειά – και όλα φαίνονταν να είναι εντάξει. Ο Άρθουρ σχεδίασε το πεντάγωνο, άναψε τα κεριά και το λιβάνι και άρχισε να απαγγέλλει τα λόγια. Υπολόγιζε ότι, αν ακολουθούσε τις οδηγίες προσεκτικά, θα έπρεπε να καλέσει έτσι τον Νεελζεβούλ. Η μοναδική του επιθυμία θα ήταν να τον αφήσει στην ησυχία του. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δεν υπήρχε περίπτωση να αποτύχει.

Οι μπλε καταχνιές γέμισαν το δωμάτιο καθώς μουρμούριζε τα μαγικά λόγια, και σύντομα είδε ότι κάτι είχε αρχίσει να υλοποιείται στο κέντρο του πενταγώνου.

«Νεελζεβούλ!» φώναξε. Αλλά δεν ήταν ο Νεελζεβούλ.

Όταν τελείωσε η επίκληση, το πλάσμα στο πεντάγωνο ήταν γύρω στα πέντε μέτρα ψηλό. Αναγκαζόταν να σκύβει σχεδόν ως το πάτωμα για να χωρά κάτω από το ταβάνι του Άρθουρ. Ήταν φοβερό σε εμφάνιση, με φτερούγες, μικροσκοπικό κεφάλι και μια τρύπα στο στήθος.

demon_ward
Ο Άρθουρ είχε καλέσει λάθος δαίμονα.

«Τι σημαίνουν όλα αυτά;» φώναξε ο δαίμονας, εκτοξεύοντας έναν πίδακα παγωμένου νερού από το στήθος του. Το νερό χτύπησε και σκόρπισε πάνω στον αόρατο τοίχο του πενταγώνου πριν χυθεί στο πάτωμα. Θα πρέπει να ήταν καθαρά αντανακλαστική κίνηση, γιατί το δωμάτιο του Άρθουρ ήταν ευχάριστα δροσερό.

«Θέλω να μου πραγματοποιήσεις τη μία επιθυμία που δικαιούμαι», αποκρίθηκε ο Άρθουρ.

Ο δαίμονας ήταν μπλε χρώματος και απίστευτα αδύνατος. Οι φτερούγες του ήταν εντελώς υποτυπώδεις. Τις ανέμισε κανά δυο φορές στους κοκαλιάρικους ώμους του πριν απαντήσει.

«Δεν ξέρω πως με έφερες εδώ, αλλά ήταν έξυπνο κόλπο. Σίγουρα πολύ έξυπνο».

«Άσε την κουβέντα», γρύλισε ο Άρθουρ νευρικά, αναρωτώμενος πότε θα τον καλούσε πάλι ο Νεελζεβούλ. «Θέλω πέντε τόνους χρυσάφι. Το λένε και ντραστ, χακατίνι ή σουπντερούπ». Αγωνιούσε στη σκέψη ότι από στιγμή σε στιγμή μπορεί να έβρισκε τον εαυτό του μέσα σε μια μπουκάλα.

«Κοίτα να δεις», είπε ο δαίμονας με το παγωμένο νερό. «Μάλλον έχεις τη λαθεμένη εντύπωση ότι εγώ είμαι -»

«Έχεις είκοσι τέσσερις ώρες διορία», τον έκοψε ο Άρθουρ.

«Δεν είμαι κάνας πλούσιος», διαμαρτυρήθηκε ο δαίμονας με το παγωμένο νερό. «Μικροεπιχειρηματίας είμαι. Αλλά, αν ίσως μου έδινες λίγο καιρό -»

«Αλλιώς σε περιμένει η μπουκάλα», τον προειδοποίησε ο Άρθουρ, δείχνοντάς του τη μεγάλη μπουκάλα στη γωνία. Μετά συνειδητοποίησε ότι η μπουκάλα ήταν αδύνατο να χωρέσει τα πέντε μέτρα του δαίμονα. Την άλλη φορά που θα σε καλέσω θα φροντίσω να έχω μια στα μέτρα σου», πρόσθεσε. «Δεν ήξερα ότι ήσουν τόσο ψηλός».

«Και κυκλοφορούσαν κάτι ιστορίες για εξαφανίσεις ανθρώπων», μουρμούρισε σκεφτικά ο δαίμονας. «Ώστε αυτό ήταν που τους συνέβη! Βρέθηκαν στον κάτω κόσμο. Πάντως, δεν νομίζω να με πίστευε κανένας αν του το έλεγα».

«Φρόντισε να μου φέρεις το ντραστ», πρόσταξε ο Άρθουρ. «Άπαγε».

Ο δαίμονας με το κρύο νερό εξαφανίστηκε.

Ο Άρθουρ Γκάμμετ ήξερε ότι δεν μπορούσε να το διακινδυνέψει για περισσότερο από ένα εικοσιτετράωρο. Ίσως κι αυτό ακόμη ήταν πολύ, συλλογίστηκε. Κανένας δεν ήξερε τι θα έκανε το κόκκινο φολιδωτό τέρας έτσι και το απογοήτευε για Τρίτη φορά. Προς το τέλος της ημέρας ο Άρθουρ έπιασε το εαυτό του να σφίγγει το σωλήνα του καλοριφέρ. Όχι ότι θα τον βοηθούσε σε τίποτα αν τον καλούσαν, αλλά ήταν κάτι σταθερό.

Εξάλλου ένιωθε τύψεις που είχε μεταχειριστεί έτσι το δαίμονα με το παγωμένο νερό. Ήταν φως φανάρι ότι ο δύστυχος δεν ήταν περισσότερο δαίμονας από όσο ήταν ο Άρθουρ. Όπως και να ‘χε, δεν σκόπευε να πραγματοποιήσει ποτέ την απειλή του και να τον κλείσει στην μπουκάλα. Δεν θα ωφελούσε σε τίποτα αν ο Νεελζεβούλ δεν έμενε ευχαριστημένος.

Τελικά ο Άρθουρ επανέλαβε την επίκληση.

«Θα πρέπει να κάνεις τούτο το πεντάγωνο λίγο πιο φαρδύ», παραπονέθηκε ο δαίμονας με το κρύο νερό προσπαθώντας να βολευτεί μέσα. «Δεν υπάρχει αρκετός χώρος να -»

«Άπαγε!» φώναξε ο Άρθουρ και έσβησε βιαστικά το πεντάγωνο. Το σχεδίασε πάλι από την αρχή, τούτη τη φορά χρησιμοποιώντας όλο το διαθέσιμο χώρο του δωματίου του. Κουβάλησε την μπουκάλα στην κουζίνα -την ίδια, γιατί δεν είχε βρει καμία των πέντε μέτρων- επανέλαβε την επίκληση. Για μια ακόμη φορά οι μπλε ομίχλες άρχισαν να στροβιλίζονται στο δωμάτιο.

«Μην είμαστε τόσο βιαστικοί!» φώναξε ο δαίμονας με το κρύο νερό. «Δε βρήκα ακόμη εκείνο το σουπντερούπ. Υπάρχει κάποιο μπλέξιμο, αλλά μπορώ να σ’ τα εξηγήσω όλα». Ανέμισε τις φτερούγες του για να διαλύσει την μπλε καταχνιά. Δίπλα του είχε μια μπουκάλα, τρία μέτρα ψηλή. Μέσα, πράσινος από το κακό του, ήταν ο Νεελζεβούλ. Φαινόταν να γκαρίζει κάτι, αλλά η μπουκάλα ήταν ταπωμένη και κανένας ήχος δεν έφτανε ως έξω.

«Βρήκα τη συνταγή της τελετής στη βιβλιοθήκη» εξήγησε ο δαίμονας με το κρύο νερό. «Κόντεψα να πέσω ξερός όταν είδα ότι η μέθοδος έπιανε πραγματικά. Ποτέ δεν τα πίστευα αυτά τα μαγικά. Αλλά όταν κάτι είναι γεγονός, πάει τελείωσε. Τέλος πάντων, κάλεσα που λες τούτο το δαίμονα από δω» έδειξε με τον κοκαλιάρικο αντίχειρά του την μπουκάλα, «αλλά δεν εννοούσε να μου φέρει το πράγμα. Έτσι τον εμφιάλωσα».

Ο δαίμονας με το κρύο νερό πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης βλέποντας τον Άρθουρ να χαμογελά. Όλα έδειχναν ότι μάλλον φτηνά θα την γλίτωνε.

«Ειλικρινά, δε θέλω να με κλείσεις κι εμένα σε μπουκάλα», συνέχισε ο δαίμονας με το κρύο νερό. «Είμαι οικογενειάρχης άνθρωπος με γυναίκα και τρία παιδιά. Δύσκολα τα φέρνω βόλτα, καταλαβαίνεις. Με την κρίση, λίγοι κάνουν ασφάλειες στις μέρες μας. Ο κόσμος να χαλάσει, θα μου ήταν αδύνατο να βρω πέντε τόνους ντραστ. Αλλά μόλις καταφέρω να πείσω τούτο το δαίμονα από δω -»

«Μωρέ ξέχασε το ντραστ», τον διέκοψε ο Άρθουρ. «Φρόντισε μόνο φεύγοντας να πάρεις και το δαίμονα μαζί σου. Και φρόντισε να τον ασφαλίσεις κάπου. Μέσα στην μπουκάλα, βέβαια».

«Αυτό γίνεται», είπε ο συνάδελφος ασφαλιστής με τις μπλε φτερούγες. «Σχετικά με εκείνο το ντραστ τώρα -»

«Είπα, ξέχασέ το», επανέλαβε ο Άρθουρ εγκάρδια. Στο κάτω κάτω, οι συνάδελφοι οφείλουν να συμπαραστέκονται ο ένας στον άλλο. «Πες μου, αλήθεια, αναλαμβάνεις ασφάλειες κατά πυρκαγιάς και κλοπής;»

«Ειδικεύομαι περισσότερο στις γενικές ατυχημάτων», αποκρίθηκε ο άλλος. «Αλλά ξέρεις, σκεφτόμουν να -»

Ο Νεελζεβούλ λυσσομανούσε κι άφριζε μέσα στην μπουκάλα του, ενώ οι δυο ασφαλιστές συνέχισαν να κουβεντιάζουν φιλικά και ανέμελα τα μυστήρια του επαγγέλματός τους.

***

@Sheckley Robert

Robert Sheckley The Demons

Ο Αμερικανός Robert Sheckley είναι από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της γενιάς του ’50. Το πρώτο του έργο, «Final Examination», εκδόθηκε το 1952 στο Imagination. Εγραψε κυρίως μικρές ιστορίες σε διάφορα περιοδικά, κυρίως στο GALAXY SCIENCE FICTION. Αυτή η δουλειά του είναι η περισσότερο γνωστή. Κατά την δεύτερη περίοδο έγραψε πολλές νουβέλες που συνδύαζαν κομική σάτιρα και μεταφυσικές υποθέσεις. Το The Collected Short Stories of Robert Sheckley (5τομη συλλογή, 1991) αν και ατελές παρέχει μια καλή όψη της καριέρας του.

Στην πρώτη του συλλογή, Untouched by Human Hands (1954) βρίσκονται πολλές απο τις πρώτες του δημιουργίες που τον έκαναν διάσημο, όπως το «The Monsters» (1953), η ομώνυμη ιστορία Untouched …Hands (1952) και το θαυμάσιο «Specialist» (1953). Επίσης το «Seventh Victim» (1953), που πολύ αργότερα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σαν La Decima Vittima (1965). Σύντομα ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες συλλογές: Citizen in Space (1955), Pilgrimage to Earth (1957), Notions: Unlimited (1960), Store of Infinity (1960) and Shards of Space (1962). Μεταγενέστερα compilations περιλαμβάνουντα The Robert Sheckley Omnibus (1973 UK) και Is THAT What People Do?: The Selected Short Stories (1984).

Το επιμελημένο σατυρικό ύφος του, η μετρημένη ισορροπία της δράσης και της κοινωνικής ανάλυσης στα έργα του τον κάνουν σχεδόν κλασικό. Το Immortality Delivered (1958-9 ως «Time Killer»), που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σαν Free Jack και συνέχισε με τις καλύτερες νουβέλες του, τα The Status Civilization (1960), Journey Beyond Tomorrow (1962), και Minds wap (1966).

To Dimension of Miracles (1968) απο ότι φαίνεται σηματοδότησε την τρίτη περίοδο. Η καλύτερη νουβέλα της τρίτης περιόδου φαίνεται οτι είναι το Options (1975) καθώς και το The Alchemical Marriage of Alistair Crompton (1958 σαν «The Humours»). Η ποιότητα των μικρών ιστοριών του έπεσε, ή η αυξανόμενη τάση του να γράφει σχεδόν γελοίες ιστορίες (FABULATION) δεν ήταν μέσα στα γούστα της ε.φ. αγοράς, μια υπόθεση που κερδίζει πόντους απο το ότι πολλές απο αυτές τις μεταγενέστερες ιστορίες πρωτο-δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά όπως το Playboy παρά στα ε.φ. περιοδικά του χώρου, παρόλο που το «A Suppliant in Space» βραβεύτηκε με το Jupiter για την Καλύτερη Σύντομη Ιστορία το 1973.

Οι περισσότερες απο τις ιστορίες του Can You Feel Anything When I Do This? (συλλογή του 1971) είναι τυπική της όψιμης δουλειάς του -σπασμωδική, αστεία, απελπιστική. Φαίνεται οτι η ανικανότητα του Sheckley να πάρει στα σοβαρά τις απλούστερες, πιο περιπετειώδεις μορφές του είδους, που τόσο όμορφα σατίρισε στα νιάτα του, είχε παραλυτικό αποτέλεσμα στον ώριμο Sheckley καθώς συχνά φαίνεται σαν ένας ξύλινος.

Ημερ. Δημοσίευσης:14 March 2017 9:14 am

Πηγή

Συγγραφέας:terrapapers