Εισαγωγή: Μια ενδιαφέρουσα αντίθεση μεταξύ συντήρησης και προόδου

Στο πλαίσιο της συνεργασίας του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και της ιστοσελίδας Νόστιμον Ήμαρ, παρουσιάζουμε απόσπασμα ενός σχετικά πρόσφατου (2015) Ενημερωτικού Εγγράφου του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου για την Κατάχρηση Ναρκωτικών της Βρετανίας (Advisory Council of the Misuse of Drugs – ACMD).

Δεν πρέπει να κατανοούμε τον όρο «Ενημερωτικό Έγγραφο» με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει στη χώρα μας, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Το 26σέλιδο αυτό Για την Πρόληψη της Εξάρτησης από Ναρκωτικά και Αλκοόλ, προέρχεται από το επίσημο και ισχυρό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της Κυβέρνησης, απευθύνεται στον αρμόδιο για την Πρόληψη του Εγκλήματος Υπουργό και έχει αναρτηθεί στην επίσημη ιστοσελίδα Ευρωπαϊκών Προδιαγραφών Ποιότητας της Πρόληψης των Ναρκωτικών.

Με το 26σέλιδό του, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο συνιστά «στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να λάβουν υπ’ όψη ότι είναι δυνατό να μειωθούν οι δυσμενείς μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία και στο κοινωνικό σύνολο μέσω παρεμβάσεων πρόληψης».

Επισημαίνει ότι προγράμματα καθολικής πρόληψης, όπως παρεμβάσεις σε οικογένειες με παιδιά προσχολικής ηλικίας, στο σχολείο και στην κοινότητα, αλλά και ορισμένα προγράμματα καλλιέργειας/ανάπτυξης δεξιοτήτων μπορεί να είναι ωφέλιμα «αν υλοποιούνται σωστά». Διευκρινίζει ότι το βασικό έλλειμμα αφορά την υπέρβαση δυσκολιών ώστε οι παρεμβάσεις να υλοποιούνται με «αφοσίωση και σε μεγάλη κλίμακα». Θεωρεί, τέλος, ότι οι δυσκολίες αυτές συμπυκνώνονται στο γεγονός ότι «δεν υπάρχουν καλά εδραιωμένα, ισχυρά εθνικά και τοπικά συστήματα πρόληψης» τα οποία, συνεπώς, χρειάζεται να υπάρξουν.

Η θέση αυτή ξένων ειδικών της αντιμετώπισης της εξάρτησης έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τις επικρατούσες απόψεις στα σημερινά ελλαδικά επιτελεία, που χωρίς καν γνώσεις και εμπειρία από το πεδίο της πρόληψης των εξαρτήσεων, δεν θέλουν την εστίαση στην καθολική πρόληψη για την οποία η Ελλάδα έχει επαινεθεί από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τα Ναρκωτικά (EMCDDA) χάρις στη δουλειά των Κέντρων Πρόληψης. Αλλά επιχειρούν την προώθηση ενός θεραπειοκεντρικού μοντέλου, που εξ ορισμού αντλεί από νεοσυντηρητικές ιδεολογικοπολιτικές θέσεις και τις αναπαράγει ενισχύοντας κουλτούρες μη αλλαγής, συντήρησης των όρων ζωής (σε επίπεδο σχέσεων, αντιλήψεων, θεσμών κ.ο.κ.) και διαχείρισης των απόνερών τους.

Στο πλαίσιο αυτό τα Κέντρα Πρόληψης δεν αντιμετωπίζονται με το βλέμμα σε  «καλά εδραιωμένα, ισχυρά εθνικά και τοπικά συστήματα πρόληψης», όπως προτείνουν οι Βρετανοί για τη χώρα τους και οι εργαζόμενοι των Κέντρων Πρόληψης στην Ελλάδα που διεκδικούν έναν αυτόνομο ενιαίο φορέα πρόληψης. Αντιμετωπίζονται, στην καλύτερη περίπτωση, από τα δικά μας επιτελεία σαν ένα «δευτερογενές» προσάρτημα/υποστήριγμα της θεραπείας απεξάρτησης και/ή της υποκατάστασης οπιοειδών (έχει ακουστεί μέχρι και πρόταση συγχώνευσης των Κέντρων Πρόληψης με τον ΟΚΑΝΑ).

Φαίνεται παράδοξο να πρεσβεύουν τα δικά μας επιτελεία τέτοιες παρωχημένες απόψεις και το γνωμοδοτικό όργανο της συντηρητικής κυβέρνησης της Βρετανίας να υιοθετεί αρκετά πιο προοδευτικές θέσεις. Μάλλον συμβαίνει επειδή τα εκεί επιτελεία έχουν μια πολύ καλύτερη γνώση των ιστορικών αποτυχιών και, έτσι, φροντίζουν να προχωρούν προσεκτικά καθώς έχουν και πολύ καλύτερη αίσθηση της ιστορικής ευθύνης. Μάλιστα, σε αρκετά σημεία του Ενημερωτικού Εγγράφου με πνεύμα κριτικό και διαλεκτικό αγγίζεται η ουσία σημαντικών επιστημονικών ζητημάτων, τα οποία και η συλλογικότητά μας έχει πραγματευτεί στο ηλεκτρονικό βιβλίο Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης.

Ένα από αυτά τα ζητήματα παρουσιάζεται στο 4ο Μέρος του Ενημερωτικού Εγγράφου του ACMD, με τίτλο “How Has Our Understanding of Prevention Been Constructed?”, που ακολουθεί μεταφρασμένο στα ελληνικά.

Πώς έχει κατασκευαστεί η κατανόησή μας της πρόληψης;

Για παράνομες συμπεριφορές όπως η χρήση ναρκωτικών, η πρόληψη είναι κάτι λογικό ως μηχανισμός για τη μείωση της βλάβης και για την προαγωγή της υγείας και του κοινωνικού ευ ζην. Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι οι δράσεις πρόληψης που περιορίζουν δυνατότητες συμπεριφοράς μπορεί επίσης να ερμηνευθούν ως τρόποι ελέγχου της κοινωνίας και των προβλημάτων της (και, κατ’ επέκταση, των «προβληματικών ανθρώπων»). Συγκεκριμένα είδη γνώσεων μπορεί μερικές φορές να χρησιμοποιούνται για την κατασκευή και την αναπαράσταση αυτών των προβλημάτων και για να δικαιολογήσουν λύσεις που διαφορετικά δεν θα γίνονταν αποδεκτές για άλλους τύπους συμπεριφοράς. Οι κοινωνιολόγοι συχνά υποστηρίζουν ότι ο ορισμός μιας συμπεριφοράς ή μιας δραστηριότητας ως «κοινωνικού προβλήματος» (όπως η χρήση ναρκωτικών) καθορίζεται περισσότερο από τις δράσεις «άρθρωσης διεκδικήσεων» (Σ.τ.μ.1) εκείνων που θεωρούν τη συμπεριφορά ή τη δραστηριότητα μη αποδεκτή, παρά από δεδομένα που αποδεικνύουν ότι η συμπεριφορά οδηγεί πραγματικά σε κάτι βλαπτικό ως προς την υγεία και την κοινωνία. (1) Αυτό οδήγησε ορισμένους συγγραφείς στο συμπέρασμα ότι το είδος των δράσεων πρόληψης των ναρκωτικών που υλοποιούνται αντιπροσωπεύει μια ιδεολογική «λυδία λίθο». (2)

Σε διάφορους βαθμούς, όλα τα ζητήματα υγείας με κοινωνική διάσταση είναι κοινωνικά κατασκευασμένα, αλλά το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας τους αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου (π.χ. μεταβαλλόμενες δημόσιες στάσεις απέναντι στην κατανάλωση οινοπνεύματος και στη μέθη ή στον καπνό και στο κάπνισμα σε δημόσιους χώρους˙ νομιμοποίηση της χρήσης κάνναβης σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ). Οι αναλύσεις που προσφέρει η βιβλιογραφία της κριτικής πρόληψης [π.χ., Brown, 2001 (3)˙ Gorman, 2005 (4)˙ Gandhi et al., 2007 (5)˙ Midford, 2008 (6)], υποδεικνύουν ότι πολλές απαντήσεις στη χρήση ναρκωτικών είναι επίσης κοινωνικά κατασκευασμένες, με ερευνητές και θιασώτες της τεκμηριωμένης [evidence-based] πρόληψης σε ρόλο «αρθρωνόντων διεκδικήσεις» [claims makers] σχετικά με το ποιο είναι το πρόβλημα και ποια θα ήταν η καλύτερη απάντηση. Μεγάλο μέρος αυτής της συζήτησης επικεντρώνεται στο κατά πόσο οι παρεμβάσεις είναι αποτελεσματικές και, ως εκ τούτου, αν η πρόθεση είναι να αλλάξει ή να περιοριστεί η συμπεριφορά ελλείψει σαφών ωφελημάτων για τον αποδέκτη, από πλευράς υγείας και από πλευράς κοινωνικής. Είναι επίσης σημαντικό να εξεταστεί κατά πόσο η συμμετοχή σε ορισμένα είδη παρεμβάσεων πρόληψης των ναρκωτικών μπορεί να οδηγήσει σε στιγματισμό και όξυνση των ανισοτήτων: Είτε ως αποτέλεσμα της σήμανσης των αποδεκτών ως «χρήστες ναρκωτικών ουσιών», είτε επειδή δυνητικά αποτελεσματικές δράσεις πρόληψης αποφεύγονται λόγω της οπτικής της κοινωνίας ως προς το ποια πρέπει να είναι «αποδεκτή» απάντηση στο ζήτημα της χρήσης ναρκωτικών και των χρηστών ναρκωτικών. (7) Για παράδειγμα, αν η επικρατούσα άποψη είναι ότι η κοινωνία πρέπει να είναι «σκληρή» απέναντι στα ναρκωτικά και τους χρήστες ναρκωτικών, τότε οι πολιτικές και οι παρεμβάσεις πρόληψης είναι πιθανό να απαντήσουν αναλόγως [π.χ. προσεγγίσεις βασισμένες στον φόβο, στην τιμωρία και στο «θα σε κάνω εγώ να πάρεις τον ίσιο δρόμο» (Σ.τ.μ.2)], ακόμη και αν υπάρχουν ελάχιστα δεδομένα για το αν οι προσεγγίσεις αυτές είναι αποτελεσματικές.

Ανεξάρτητα από τη δεοντολογική ή ηθική προσέγγιση που ακολουθείται απέναντι στα ναρκωτικά και τους χρήστες ναρκωτικών, υποστηρίζεται ότι όλες οι δράσεις πρόληψης θα πρέπει να θεμελιώνονται σε ορισμένες αρχές [όπως συνοψίζονται από τους Brotherhood και Sumnall, 2011 (8)]. Η πρόληψη θα πρέπει:

  • να σέβεται τα δικαιώματα και την αυτονομία των συμμετεχόντων
  • να παρέχει πραγματικά ωφελήματα στους συμμετέχοντες (δηλαδή να διασφαλίζει ότι το πρόγραμμα αφορά τους συμμετέχοντες και τούς είναι χρήσιμο)
  • να μην βλάπτει και να μην προκαλεί ουσιαστικά μειονεκτήματα στους συμμετέχοντες
  • να εξασφαλίζει τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων πριν τη συμμετοχή
  • να διασφαλίζει ότι η συμμετοχή είναι εθελούσια
  • να προσαρμόζει την παρέμβαση στις ανάγκες των συμμετεχόντων
  • να περικλείει τους συμμετέχοντες ως συνεργάτες στην ανάπτυξη, εφαρμογή και αξιολόγηση του προγράμματος.

* Για την εισαγωγή και τη μετάφραση: Νίκος Λάιος, κοινωνικός ανθρωπολόγος, Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Π.Ε. Φωκίδας.

____________________________________________________________________

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

(1). Spector M, Kitsuse JI (1987) Constructing Social Problems. Hawthorne, NY: Aldine de Gruyter.

(2). Edman J (2013) An ambiguous monolith – the Swedish drug issue as a political battleground 1965–1981. International Journal of Drug Policy 24: 464–470.

(3). Brown JH (2001) Youth, drugs and resilience education. Journal of Drug Education 31: 83–122.

(4). Gorman DM (2005) Drug and violence prevention: Rediscovering the critical rational dimension of evaluation research. Journal of Experimental Criminology 1: 39-62.

(5). Gandhi AG, Murphy-Graham E, Petrosino A, Chrismer SS, Weiss CH (2007) The devil is in the details: examining the evidence for “proven” school-based drug abuse prevention programs. Evaluation Review 31:43-74.

(6). Midford R (2008). Is this the path to effective prevention? Addiction 103: 1169-70.

(7). EMCDDA (2009) Preventing later substance use disorders in at-risk children and adolescents. Lisbon: EMCDDA.

(8). Brotherhood A, Sumnall HR (2011) European drug prevention quality standards. Lisbon: EMCDDA.

____________________________________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(Σ.τ.μ.1). claims-making activities. Όρος των M. Spector & J.I. Kitsuse (Constructing Social Problems, Transaction Publishers, 2008), με τον οποίο αντιπαρατέθηκαν, πίστευαν, στην κυρίαρχη λειτουργιστική προσέγγιση της μελέτης των «κοινωνικών προβλημάτων» (λ.χ. R.K. Merton), άρα και με μια σειρά εννοιών που συνδέονταν με αυτή, όπως η «κοινωνική παθολογία», η «αποκλίνουσα συμεριφορά» κ.ά. Σύμφωνα με αυτούς, «Η θεώρηση ότι τα κοινωνικά προβλήματα είναι ένα είδος συνθήκης, πρέπει να εγκαταλειφθεί προς όφελος της σύλληψής τους ως είδος δράσης. Θα την ονομάσουμε δράση άρθρωσης διεκδικήσεων». Σύμφωνα με τη Φ. Κουντούρη (Τα Δημόσια Προβλήματα στην Πολιτική Ατζέντα, ΣΕΑΒ, 2015): «Η σύσταση του δημόσιου προβλήματος ως συλλογικής διεκδίκησης προκύπτει μέσα από μία διαδικασία διαμαρτυρίας, καταγγελίας, αναζήτησης αιτιών και ευθυνών, που έχει ως στόχο την παρέμβαση των δημόσιων αρχών και την πολιτική απόφαση. Οι Spector & Kitsuse μίλησαν για διαδικασίες διεκδίκησης (claims making), όπου εστιάζεται η προσοχή ταυτόχρονα στην ύπαρξη κοινωνικών προβλημάτων, προσδιορίζοντας τις αιτίες, τα θύματα και τους υπεύθυνους, ενώ αξιώνονται δράσεις επανόρθωσης ή βελτίωσης της κατάστασης. Στην προσέγγιση αυτή το δημόσιο πρόβλημα συγκροτείται και ερμηνεύεται μέσα σε έναν ορίζοντα διαδράσεων και διαλογικών προσεγγίσεων. […] Επομένως και στην προσέγγιση αυτή μπαίνει το ζήτημα του ορισμού μέσα όμως από τις συγκεκριμένες δράσεις των ατόμων που εμπλέκονται έτσι στον προσδιορισμό των προβλημάτων».

(Σ.τ.μ.2). scared straight. Η φράση προέρχεται από τον τίτλο του ομώνυμου ντοκυμανταίρ (Arnold Shapiro, 1978) με αφηγητή τον Peter Falk, τον τηλεοπτικό επιθεωρητή Columbo. Στην ταινία, μια ομάδα εφήβων που είχαν πάρει «τον στραβό δρόμο» (μια ομάδα «υψηλού κινδύνου» σύμφωνα με την πολιτικά ορθή ορολογία που προτιμάται σήμερα για την ταξινόμηση του ίδιου «προβλήματος») συμμετέχουν σε ένα ιδιόμορφο πείραμα. Επισκέπτονται για 3 ώρες μια φυλακή υψίστης ασφαλείας στο Νιού Τζέρσεϋ, όπου φυλακισμένοι που εκτίουν ποινές για διάφορα εγκλήματα τούς υποδέχονται με άσχημο, βίαιο, υποτιμητικό τρόπο, σαν να είναι καινούρια φουρνιά «τροφίμων». Υποτίθεται πως έτσι, οι έφηβοι τρομαγμένοι μπορεί να αποφάσιζαν να πάρουν «τον ίσιο δρόμο». Εξ ου και ο τίτλος της ταινίας.

Ημερ. Δημοσίευσης:15 May 2017 2:47 pm

Πηγή: nostimonimar.gr

Συγγραφέας:N.