Όποτε έπεφτα -με κάποιο τρόπο- πάνω στο νικητήριο τραγούδι της Eurovision, η αντίδραση μου ήταν πάντα η ίδια. Κλαυσίγελος. Από το ένα μάτι δάκρυζα από τα γέλια και απ’ το άλλο, για την χαμένη αίγλη του διαγωνισμού που έβγαλε, μεταξύ άλλων, ένα από τα πιο πετυχημένα γκρουπ στην ιστορία της παγκόσμιας μουσικής. Ο λόγος για τους ABBA, που κέρδισαν τον διαγωνισμό το 1974 με το τραγούδι «Waterloo», αλλάζοντας το ύφος της διοργάνωσης για πάντα. Οι Σουηδοί αστέρες της pop παραγκώνισαν τις μπαλάντες -που τόσο πολύ αγαπάει το κοινό της Eurovision- και τα σχεδόν «θεατρικά» τραγούδια και με την βοήθεια των γυαλιστερών τους ρούχων και των ηλιόλουστων μελωδιών τους, έκαναν την σκηνή που είχε στηθεί στο Brighton -όχι, δεν είχαν κερδίσει οι Άγγλοι το 1973, απλώς οι Βέλγοι είχαν βγει πρώτοι για δεύτερη φορά και δεν μπορούσαν να αναλάβουν το οικονομικό κόστος του εγχειρήματος- να λάμπει.

Όπως είναι φυσικό, τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκαν πολλές «απομιμήσεις» και αυτό μπορεί να το καταλάβει εύκολα κανείς ακούγοντας τους Ολλανδούς Teach-In που κατέλαβαν τη πρώτη θέση έναν χρόνο αργότερα. Το «ατού» της Eurovision, όμως, ήταν πως για πολλά χρόνια τα κομμάτια που διαγωνιζόντουσαν σε αυτή είχαν ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό. Την ποιότητα. Μιλάμε για έναν θεσμό από τον οποίο έχουν «παρελάσει» ονόματα όπως η France Gal, η Νανά Μούσχουρη, η Celine Dion, ο Julio Inglesias και πολλοί ακόμα. Μάλιστα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι υπάρχουν τραγούδια που έχεις ακούσει εκατοντάδες φορές χωρίς να γνωρίζεις πως έχουν βγει από αυτόν. Επειδή, όμως, μιλάμε για έναν διαγωνισμό και όχι, για ένα μουσικό φεστιβάλ, η όλη υπόθεση άρχισε να παίρνει σιγά – σιγά μια περίεργη τροπή. Η μετατροπή της μουσικής βιομηχανίας σε ένα «αδηφάγο τέρας» δεν θα μπορούσε να αφήσει ένα τέτοιο δρώμενο ανεκμετάλλευτο. Έτσι, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’80 άρχισαν να εμφανίζονται τραγούδια που απλώς συνδύαζαν κάποιες «προκάτ φόρμουλες» επιτυχίας των προηγούμενων χρόνων με μοναδικό σκοπό τη νίκη, η οποία θα έφερνε φυσικά και την αντίστοιχη διαφήμιση στο «προϊόν».

Η Eurovision ως ποδόσφαιρο

Αυτό το φαινόμενο γιγαντώθηκε στα 90’s, ενώ, κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας ήταν πλέον προφανές ότι τα τραγούδια που κατέβαιναν στην Eurovision απευθύνοντουσαν αποκλειστικά στο μεγάλο της κοινό -που την παρακολουθεί όπως οι οπαδοί μιας ομάδας ποδοσφαίρου το πρωτάθλημα- και είχαν ως στόχο μια προσωρινή εκτόξευση των πωλήσεων που μετέτρεπαν τον εκάστοτε καλλιτέχνη σε μια «φούσκα», από αυτές που δεν καταφέρνουν καν να φτάσουν μέχρι το πάτωμα και σκάνε στον αέρα. Αλήθεια, ποιος ακούει σήμερα Sertab στην Ελλάδα, ή έστω τις δικές μας συμμετοχές, όπως αυτή του Sarbel, ο οποίος είδε την καριέρα του να καταστρέφεται μέσα σε μία νύχτα; Νομίζω πως ακόμα και η δική μας προσπάθεια να βγάλουμε τους Έλληνες ΑΒΒΑ, δηλαδή το «Μάθημα Σολφέζ» του 1977, θα ακούγεται για πολλά ακόμα χρόνια στα party, σε αντίθεση με το «Γεια σου Μαρία» που ξεχάστηκε πριν καν γυρίσει ο τραγουδιστής από το Ελσίνκι. Η Eurovision, λοιπόν, για δύο δεκαετίες επέμενε στο να προσπαθεί να επαναλάβει τον εαυτό της με αποτέλεσμα να έχει γίνει η χαρά του κιτς και της trash αισθητικής, που αναπόφευκτα προσέδιδαν τα εν λόγω «πισωγυρίσματα». Οι βασικές συνταγές που επικρατούσαν κάθε χρόνο ήταν οι εξής:

– Ξεπεσμένο eurodance κομμάτι που «φωνάζει» 1992

– Μπαλάντα που ακούγεται σαν κακό b-side από single της Whitney Houston

– Κιτς, χιουμοριστικό τραγούδι που θα ζήλευε και ο Σεφερλής

– Υποτιθέμενα ακραία εμφάνιση που στην πραγματικότητα σοκάρει μόνο τη γιαγιά σου, είτε αυτό σημαίνει Lordi, είτε t.A.T.u.

Φυσικά υπήρξαν και κάποιες εξαιρέσεις μέσα σε αυτά τα χρόνια, όμως αυτές ήταν ελάχιστες και τελικά «θάφτηκαν». Το κοινό του διαγωνισμού είχε πλέον «εκπαιδευτεί» να ακούει συγκεκριμένα πράγματα. Ας γυρίσουμε όμως πίσω στο σήμερα και πιο συγκεκριμένα στον ημιτελικό της Τετάρτης, όπου η Demy κατάφερε να πάρει το πολυπόθητο εισιτήριο για τον τελικό. Παρακολουθώντας την τελετή έμεινα έκπληκτος από το γεγονός, ότι το κιτς στοιχείο είχε υποχωρήσει αισθητά, με τα τραγούδια να κινούνται πιο κοντά στα σημερινά δεδομένα από ποτέ. Το κομμάτι του Βελγίου, για παράδειγμα, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το νέο single της Lana Del Rey. Το «Skeletons» της Dihaj από το Αζερμπαϊτζάν ήταν επίσης μια πολύ καλή στιγμή της βραδιάς, αν κι εξαρχής όλοι γνωρίζαμε πως δεν πρόκειται να κερδίσει λόγω της ιδιαιτερότητας του. Αυτός που μου τράβηξε την προσοχή από την πρώτη στιγμή πάντως, ήταν ο Πορτογάλος Salvador Sobral, ο οποίος τραγούδησε το «Amar Pelos Dois». Μπορεί το κομμάτι του να ήταν λίγο «περίεργο» για τα δεδομένα της Eurovision, αλλά η αλήθεια είναι πως επρόκειτο για ένα από τα πιο σωστά δομημένα τραγούδια της φετινής διοργάνωσης. Ο ίδιος έδειχνε να έχει τα πάντα υπό έλεγχο και να μην «καίγεται» ιδιαίτερα για το αποτέλεσμα. Σαν να πήγε για να «τρολάρει», ή για να κάνει το χατήρι στην αδερφή του, Luísa, που έγραψε αυτό το όμορφο τραγούδι. Μάλιστα, αν δεν κάνω λάθος, ήταν ο μόνος που τραγούδησε στην μικρή σκηνή, ενώ είχε το πιο απλό ντύσιμο και τα πιο ήπια visuals της βραδιάς, παρόλο που οι Ουκρανοί διοργανωτές είχαν στήσει ένα, πραγματικά εντυπωσιακό, οπτικοακουστικό θέαμα. Ο Salvador είχε κερδίσει ήδη από τον ημιτελικό και χωρίς καν να το προσπαθήσει. Οι αντιδράσεις του κόσμου μετά την εμφάνιση του, αλλά και το γεγονός ότι το βίντεο του στο επίσημο κανάλι της Eurovision στο youtube είχε δεκάδες χιλιάδες views περισσότερα από το δεύτερο, δεν άφηναν πολλά περιθώρια στους υπόλοιπους.

Μοναδικές «παραφωνίες» της βραδιάς, ο Slavko Kalezić από το Μαυροβούνιο, η Κυπριακή συμμετοχή και το τραγούδι της Ελλάδας που με έκανε προς στιγμήν να πιστέψω πως μεταφέρθηκα στο 2003. Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω πως η Demy ήταν πανέμορφη και σίγουρα δεν είναι δική της ευθύνη που την έβαλαν να πει αυτή τη κοτσάνα μεγατόνων.

Όλα δείχνουν πως ο διαγωνισμός θέλει να προχωρήσει και καλό είναι να το καταλάβουν νωρίς αυτό οι Έλληνες συμμετέχοντες αν θέλουν -που καλό είναι να το αποφύγουμε για πολλούς λόγους- να κατακτήσουν ξανά την κορυφή. Αν ήμουν στην παραγωγή πάντως, του χρόνου θα έστελνα έναν new school rapper στην Eurovision. Όσο αστείο κι αν ακούγεται, είμαι σίγουρος πως θα κατακτούσαμε καλύτερη θέση από τη φετινή. Το Σάββατο, ήρθε και εγώ παρήγγειλα πίτσα με σκοπό να την καταβροχθίσω παρακολουθώντας τον μεγάλο τελικό. Για δεύτερη φορά η όλη φάση χωρίστηκε σε «πριν» και «μετά» Salvador, μιας και κατάφερε πάλι να «ανατριχιάσει» την Ευρώπη. Η ιδιαίτερη ερμηνεία του ανάγκασε μέχρι και τους «αντίπαλους» να τον χειροκροτήσουν, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ξέσπασαν σε κλάματα συγκίνησης. Μπορεί, όπως ανέφερα και πριν, το επίπεδο να ανέβηκε αισθητά φέτος, όμως, η ποιοτική διαφορά του «Amar Pelos Dois» σε σχέση με τα υπόλοιπα κομμάτια ήταν τεράστια κι έτσι, ο 27χρονος Πορτογάλος στέφθηκε νικητής με μεγάλη ευκολία. Μάλιστα, κριτικές επιτροπές και κοινό συμφώνησαν στις ψήφους τους και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο.

Η διαφωνία των Ελλήνων

Όντας περίεργος άνθρωπος, αποφάσισα να κάνω μια διαδικτυακή «βόλτα» για να δω τι γνώμη είχαν οι συμπολίτες μας, που για την ιστορία, έδωσαν το καθιερωμένο «δωδεκάρι» στο «έκτρωμα» που κατέβασε η Κύπρος, σχετικά με το αποτέλεσμα. Οι περισσότεροι κορόιδευαν τον Salvador για την εμφάνιση του, ναι, επειδή βγήκε με ένα σακάκι και όχι, σαν άρμα από το καρναβάλι της Πάτρας, ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον αποκάλεσαν άφωνο. Παιδιά, καταλαβαίνω πως η Eurovision έχει αρκετά φανατικό κοινό στην Ελλάδα και ότι η πλειοψηφία αυτού την βλέπει ως εθνική υπόθεση, όμως καλό θα ήταν να ηρεμήσετε λίγο.

Ο τύπος «κάρφωνε» τις νότες σαν σφυρί, ήταν άψογος τεχνικά και με ιδιαίτερη χροιά. Πρέπει να καταλάβετε ότι η «φωνή» αφορά το τεχνικό κομμάτι της μουσικής, πράγμα που σημαίνει πως δεν μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν. Όπως πολύ σωστά επισήμανε ένας από τους λίγους λογικούς που έγραψαν χθες σχετικά με το θέμα, «Μόλις τσέκαρα τον Πορτογάλο που κέρδισε χθες, και επίσης τσέκαρα αρκετούς που τον κράζουν. Προφανώς, γιατί στη γιουροβίζιον μόνο τα τσιφτετέλια και οι κώλοι πρέπει να κερδάνε». Ευτυχώς, η χθεσινή μέρα αποτέλεσε μια από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που κέρδισε ένα καλό τραγούδι, το οποίο ερμηνεύτηκε από έναν πραγματικό μουσικό. Έναν νέο άνθρωπο που έκανε σχόλια για τους πρόσφυγες -ασχέτως αν αργότερα του το απαγόρευσε η διοργάνωση- και στον λόγο που έβγαλε σηκώνοντας το έπαθλο, ζήτησε από τον κόσμο να αγκαλιάσει την αληθινή μουσική και να μην υποκύπτει στα προϊόντα τύπου «fast food» που του πλασάρουν. Ο Salvador δεν πήγε τελικά να «τρολάρει», αλλά να «χτυπήσει» το σύστημα από μέσα και τα κατάφερε. Κατέβηκε στην Eurovision με ένα ποιοτικό τραγούδι, χωρίς πολλές φανφάρες και κέρδισε. Μπράβο του και συγχαρητήρια στους ανθρώπους του διαγωνισμού που επέτρεψαν να συμβεί κάτι τέτοιο. Προσωπικά χαίρομαι που η Eurovision που επέστρεψε στην βάση της μετά από τόσα χρόνια «απουσίας». Αρκεί βέβαια να μην ζήσαμε απλώς μια εξαίρεση.

Υ.Γ.

Η μουσική βιομηχανία που τόσα χρόνια «τάιζε» τον θεσμό με τις προαναφερθείσες προκάτ «φόρμουλες» έχει γονατίσει, μη μπορώντας να σηκωθεί. Ξαφνικά, λοιπόν, στην Eurovision έκαναν την εμφάνιση τους κάποια καλαίσθητα κομμάτια με το καλύτερο από αυτά να κερδίζει. Τυχαίο; Ποιος ξέρει;

Υ.Γ. #2

Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, υπήρξε και ένας κώλος που παραλίγο να κλέψει την παράσταση χθες.

Περισσότερα από το VICE

Θάνος Τζήμερος: Ο Αιώνιος Φοιτητής της Φτηνής Πρόκλησης

Ένας Πρώην Άστεγος μας Ξεναγεί στη Θεσσαλονίκη με τον Δικό του Χάρτη

Πώς Βλέπουν οι Γιατροί τη Γενοκτονία των Τροχαίων στην Ελλάδα

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Ημερ. Δημοσίευσης:15 May 2017 6:16 am

Πηγή: vice.com/gr

Συγγραφέας:Αντώνης Κωνσταντάρας