ΔιαβάζωΕπιλογές

Γένεσις – Άρης Καρδασιάδης

[vc_row][vc_column][vc_column_text]ΓένεσιςΔεν στενοχωρήθηκε σαν έμαθε πως ο Αη Βασίλης ήταν παραμύθι. Δώρα δεν έφερνε καιρό τώρα, σιγά μη μείνω καλό παιδί, για να με θυμηθεί ένας ρατσιστής παππούς, στα διαλειμματα του Αλτσχάϊμερ.
Και ήταν καλό παιδί εκείνη τη χρονιά, γαμώτο. Αν εξαιρέσεις τη μολότωφ στο Τάκη, τη σπασμένη τζαμαρία της κυρα Πωλίνας και το παρμπρίζ του φορτηγού του πατέρα του Γιάννη του φαφάλα, που είχε ΄να κεφάλι που για να το περιγράψεις, ήθελες εφτά φορές τα γραμματα της αλφαβήτας, ήταν τύπος και υπογραμμός.
Κάποιος βρώμισε πάλι, και ο ¨Αγιος πέρασε αποπάνω και τράβηξε για τις γειτονιές των καλών παιδιών.
Ρώτησε τον Τάκη και τον Φαφάλα, αλλά ορκίστηκαν και οι δύο πως δεν είπαν κουβέντα στον Άγιο. Άρα ήταν η κυρα Πωλίνα που τον ενημέρωσε για τα κεθέκαστα, αλλά άντε να πεις κουβέντα. Με τους άλλους έπαιζες και δυό σφαλιάρες και το ζήτημα τελείωνε ωραία και παστρικά.
Παρ όλα αυτά ήτανε άδικη μαζί μου -κι αυτά έπρεπε να τα ξέρει ο άγιος- γιατί το τζάμι το έπασε ο Μουθμούθ, απλώς η παρέα πήρε τη ρετσινιά ομαδικά, όπως αρμόζει σε άντρες πέντε χρονώ, με κοντά παντελόνια.
Δεν κάθησε να το πολυψάξει και ξέκοψε νωρίς παρτίδες με το Β. Πόλο. Ήταν βλέπεις σε εκείνη την ηλικία που δεν δίνεις δεύτερη στον μπαγλαμά. Άλλοι καιροί.
Αη Βασίλης δεν υπάρχει, δήλωσε, κι αν υπάρχει να ρθει εδώ να του πω τα πράματα ως έχουν για να μην ακούει άλλους, να του λένε για μένα, είπε και καθάρισε.
Δεν χαλάστηκε. Πιό πολύ τον είχε πειραξει σαν έμαθε πως ο Ηρακλής, ο Μασίστας, ο Ουρσος και ο Γκαούρ Ταρζάν ήταν πρόσωπα φανταστικά. Τον τσάκισε που ο Αχιλλέας και οι Μυρμηδόνες του, ήταν… ιστορικά πρόσωπα της μυθολογίας.
Αποφάσισε στο εξής -όχι με μεγάλη επιτυχία- να πιστεύει σ’ ό,τι βλεπει κι αγγίζει. Αφού όλες οι εξακριβώσεις του ήταν στιγμιαίες και είχαν ζωή δεκάτων, θα περιορίζονταν σε αυτά που οι στιγμές του έφερναν, και ό,τι μπορούσε να νοιώσει, στα δέκατα αυτά.
…………………………………………………………………………….
Τ’ Αη Γιαννιού. Σούρουπο στο Μπεξινάρι και η φωτιά απέναντι στου Γρίμπα έκαιγε χαμηλά απο νωρίς τ’ απόγευμα. Από το πρωί η μαρίδα μαζέψαμε τα ξύλα, τα προσανάμματα και τα λοιπά. Ο Zήσης έφερε ενα μαδέρι απο τη σκαλωσιά του ΟΞΥΓΟΝΟ, έτσι το λέγαμε (L’ air liquide Hellas) αλλά οι νοικοκυραίοι του βάλανε πόστα. Το πήρε λοιπόν τάχα να το επιστρέψει, το άφησε σε μια γωνιά στο οικόπεδο του Φιλάρετου και την επόμενη μέρα το μαδέρι παραιτήθκε από την οικοδομή και έγινε αριστερό δοκάρι στο μονότερμα.
Η φωτιά έκαιγε από νωρίς, τα παλληκάρια και τα κορίτσια πηδούσαν τις φλόγες με γέλια και φωνές. Οι μικρότεροι κάναμε το ίδιο αλλά στις παρυφές της φωτιάς, όπου η φλόγα ήταν στα μέτρα μας. Τρώγαμε καζούρα από τα μεγαλύτερα παιδιά, αλλά σιγά που μας ένοιαζε. Ήταν εκεί όλη η γειτονιά, ενθαρρύνοντάς τη μαρίδα να “περάσει απ’ τη φωτιά”. Όσο γελούσε η μάνα μου, όλα ήταν καλά.
Μετά από κανα δυό περάσματα πάνω από μισοπεθαμένες φλόγες -κιορ καντήλια- ξεψάρωσα και σιγά σιγά άρχισα να πλησιάζω το κέντρο της φωτιάς, χαμένος μέσα στη χαρά των ανθρώπων μου και της φωτιάς που με μαγνήτιζε σαν έντομο, καθορίζοντας την κατοπινή μας σχέση.
– Που’ ναι ο Πέτρος βρε Μαίρη, είπε γελώντας ο Ιορδάνης, παιδικός φίλος του πατέρα μου από τα πρώτα χρόνια μετά την προσφυγιά του εικοσιδυό, όταν οι γονείς τους διωγμένοι απ την Τουρκιά ρίζωσαν στο Μπεξινάρι.
– Τον ξέρεις τον Πέτρο, είπε η μάνα μου. Αμα η δουλειά του δεν τελειώσει, σπίτι δε γυρνά.
– Θα ‘ρθει. Δε χάνει τ’ αη Γιαννιού ποτέ, είπε ο Ιορδάνης γελώντας -αυτός ο άνθρωπος γελούσε πάντα καλή του ώρα- κι έφυγε να πηδήσει τη φωτιά με τη μικρή Θεοδώρα αγκαλιά.
Το βράδυ ήρθε ο πατέρας. Με ένα τσούρμο παιδιά γύρω του, να τον προγκάρουμε για τον επικείμενο αγώνα με τον Ιορδάνη. Τα πράγματα σοβάρεψαν. Η φωτιά ταΐστηκε καλά και στα μάτια μου -μα την Παναγία- έφτανε ψηλά όσο τα σύρματα της ΔΕΗ.
Ο Πέτρος και ο Ιορδάνης, ξαναγίνηκαν παιδιά -για άλλη μια φορά- και με πειράγματα και αστεία, περίμεναν τη φωτιά “να θρέψει”. Θα ανταγωνίζονταν για άλλη μια φορά, όπως από το τριάντα στην ίδια γειτονιά, χωρίς νικητή. Όση και να ταν η φωτιά, οι δυό τους θα περνούσαν όπως πάντα.
Η φωτιά θέριεψε, κι όλοι πισωπατήσαμε σαν άρχισε να τσουρουφλίζει. Η καρδιά μου σφίχτηκε σαν είδα τις φλόγες να φουντώνουν.
– Θα καεί, κλαψούρισα.
– Μη φοβάσαι μου είπε η Βιβή, σφίγγοντάς μου το χέρι τόσο, όσο να καταλάβω πως δεν ήμουν ο μόνος που αγωνιούσα.
Άφησα το χέρι της και πήγα από την άλλη πλευρά, να τον δω να βγαίνει σώος. Κάθησα απέναντι και λίγο πλάγια ώστε να μη χάσω στιγμή.
Γελώντας, πειράζοντας δεξιά κι αριστερά, ο Πέτρος πήρε λίγη φόρα κι έφυγε για τη φωτιά. Ο χρόνος μου σταμάτησε για έναν αιώνα, μέχρι να τον δω να βγαίνει από τις φλόγες ανάλαφρος σα γαζέλα, αφήνοντάς τες πίσω να στροβιλίζονται στο αέρινο πέρασμά του.
Εκεί γεννήθηκε ο δικός μου Μασίστας και Μεγαλέξανδρος.
Δίπλα μου, σ΄ απόσταση μιας αγκαλιάς χωρίς προϋποθέσεις και όρους.

από τον Άρη Καρδασιάδη[/vc_column_text][/vc_column][/vc_row]

Βαθμολογία Αναγνωστών
[Σύνολο: 0 Μέσος Όρος: 0]
Tags

Related Articles

Check Also

Close