Τέχνη

Βάσανα και βασανάκια – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου – frear

Τα ‘λεγε σε όλους, όχι ακριβώς σε όλους, γιατί ορισμένοι τον είχαν βαρεθεί και τον απόπαιρναν, «πάλι τα ίδια ρε Σπύρο, τα ‘χουμε ακούσει εκατό χιλιάδες φορές». Σε μένα ερχόταν για να του πω πόσο τόκο δίνουν οι τράπεζες κι αν τον συμφέρει να έχει τα λεφτά εκεί και μετά άρχιζε την ιστορία της ζωής του για μια ακόμα φορά μέχρι που την έμαθα καλά.

«Ξέρεις εγώ δε γνώρισα γονείς, μεγάλωσα στο ορφανοτροφείο και μετά που έφυγα από ‘κεί πήγα κι έγινα μάστορας κι επειδή ήμουν εργατικός και δούλευα όλη μέρα πρόκοψα και τώρα έχω λεφτά στην τράπεζα και σπίτι δικό μου, μόνος μου το ‘φτιαξα, με τα χέρια μου.

«Η γυναίκα μου με ζήλευε και με γκρίνιαζε. Μου το κοπάναγε συνέχεια «εσύ έβγαζες τα μάτια σου με τη γειτόνισσα κι εγώ σας άκουγα από το δωμάτιο δίπλα» κι εγώ της έλεγα «αφού δε στεκόσουν εσύ, τι να ‘κανα».

«Με τα παιδιά τσακώθηκα και δε μου μιλάνε. Ο μικρός ούτε ξέρω που βρίσκεται, ο μεγάλος όταν ήθελε λεφτά μ΄ έπαιρνε τηλέφωνο, μέχρι που παντρεύτηκε και μου κουβάλησε εδώ τη νύφη και τον πατέρα της και με ρωτούσαν πόσα έχω στην τράπεζα και γιατί κοιμάμαι στο υπόγειο και δεν ανεβαίνω στο απάνω σπίτι. Τους έστειλα στο διάολο, εκεί στην ταβέρνα που τρώγαμε, και έκτοτε δεν έχω καμία επαφή ούτε με το μεγάλο.»

Θα πάμε να σοβατίσουμε το πηγάδι, του λέω μια μέρα. Θα πάμε τ΄ απόγευμα, μου λέει. Έφερε το μυστρί και τα σανίδια του και πήγαμε στο κτήμα. Λίγη δουλειά ήτανε, σοβάτισε προσεχτικά το πηγάδι γύρω γύρω και πήγε στο σύνορο σε μια πρώιμη βερυκοκιά κι έτρωγε ώριμους καρπούς. Εκεί κοντά ήταν η γειτόνισσα η κυρά Λένη, που σκάλιζε τα κρεμμύδια της με το ξινάρι. Προσφάτως χηρέψασα η κυρά Λένη, ωριμασμένη και γλυκόθωρη, σαν τους καρπούς της βερυκοκιάς. Ο Σπύρος της έπιασε κουβέντα.

Το αεράκι πήγαινε κι ερχότανε κι έφερνε από τα λεγόμενα του Σπύρου μέσες άκρες. Άκουγα που έλεγε για τη γυναίκα του, που «δόξα το Θεό πέθανε» και για τα παιδιά, που δεν του μιλάνε, για τα χρήματα στην τράπεζα και για το σπίτι. Εν τω μεταξύ κάτι έλεγε και η κυρά Λένη και συντόμως διέκρινα ότι από τη σοβαρή συζήτηση πέρασαν σε γελάκια και η ατμόσφαιρα μεταξύ τους είχε ελαφρύνει, έγινε χαρούμενη αισθητώς, ενώ ο αέρας άλλαξε κατεύθυνση και δεν άκουγα τι λέγανε, μόνο τους έβλεπα που γελούσαν με την καρδιά τους. Σε λίγο η κυρά Λένη σήκωσε το ξινάρι στον ώμο και καταφανώς εύχαρις, αποχώρησε προς το σπίτι της, κατά τη μεριά του δρόμου.

Ο Σπύρος επέστρεψε εκεί κοντά στο πηγάδι που ήμουν και μάζευε τα εργαλεία του: «Θα πάω να συμμαζέψω λίγο και το πηγάδι της Ελένης δίπλα, εσύ φύγε δε σε χρειάζομαι, εγώ θ’ αργήσω λίγο. Δε θέλω πληρωμή για τη δουλειά.», είπε.

Τότε σηκώθηκα κ’ έφυγα ελαφρώς μπερδεμένος γιατί ενώ, εντελώς τυχαία, είχα κάποιο όφελος, δεν ήμουν σίγουρος αν θα έπρεπε να το είχα αποδεχτεί. Εν τω μεταξύ οι εργασίες πέριξ του πηγαδιού της κυρά Λένης, πιθανώς, ήταν ήδη εν εξελίξει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Related

logotexnis


There is no author description yet.

Ημερ. Δημοσίευσης:12 May 2017 6:32 am

Πηγή: http://frear.gr/?p=17910

Συγγραφέας:logotexnis

Βαθμολογία Αναγνωστών
[Σύνολο: 0 Μέσος Όρος: 0]

Related Articles