Πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες, ο δημοσιογράφος Γιώργος Μυλωνάς, από τον ιστότοπο oneman.gr, μού ζήτησε μια συνέντευξη για θέματα γλώσσας. Επειδή εκείνη τη μέρα έφευγα από την Ελλάδα, η συνέντευξη έγινε όχι ζωντανά, αλλά με μέιλ. Ο κ. Μυλωνάς μού έστειλε 11 ερωτήσεις για θέματα γλώσσας, απάντησα -και η συνέντευξη δημοσιεύτηκε χτες με τον αβανταδόρικο τίτλο «Ήξερες ότι το ‘surgeon’ προέρχεται από τη λέξη ‘χειρουργός’;» Διαπίστωσα με χαρά ότι διαβάστηκε αρκετά και μαλιστα από ένα κάπως διαφορετικό κοινό από το κοινό που συνήθως διαβάζει το ιστολόγιο. Όπως συνηθίζω, αναδημοσιεύω και εδώ τη συνέντευξη, αν και αναγνωρίζω ότι για τους ταχτικούς φίλους του ιστολογίου αρκετά από τα θέματα που θίγω (όχι όμως όλα) είναι γνωστά και έχουν ξανά συζητηθεί. Κάνω και κάποιες προσθήκες (σε αγκύλες) ενώ ίσως θα άξιζε να συζητηθεί αν και πώς θα πρέπει να αλλάξουν τα διδακτικά προγράμματα για να πάρουν υπόψη τους την τεχνολογική επανάσταση.

Πρόλογος από τον Γ. Μυλωνά:

Η σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας είναι ταυτισμένη με τον Γιώργο Μπαμπινιώτη. Στις περισσότερες σχετικές συζητήσεις που προκύπτουν σε παρέες, στην πρώτη διαφωνία σχεδόν πάντα εμφανίζεται -ή έστω εμφανιζόταν- κάποιος ο οποίος μεταξύ σοβαρού και αστείου θα παραπέμψει την ομήγυρη στον Μπαμπινιώτη. Μια παραπομπή διόλου παράλογη, αν σκεφτούμε πως ο Μπαμπινιώτης είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους γλωσσολόγους της χώρας, έχει διατελέσει πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2000 μέχρι το 2006, ενώ έχει γράψει κάμποσα ελληνικά λεξικά.

Τα τελευταία 2-3 χρόνια όσες φορές έχω βρεθεί σε αντίστοιχες συζητήσεις, σαν παράδειγμα για τη σωστή χρήση -και όχι μόνο- της ελληνικής γλώσσας δεν χρησιμοποιήθηκε ο γνωστός πρύτανης, αλλά ο Νίκος Σαραντάκος και το ιστολόγιο του, ‘Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία’. Ένα ιστολόγιο που ασχολείται με διάφορα θέματα που αφορούν την ελληνική γλώσσα. Από την αναζήτηση της ρίζας κάποιων λέξεων και την επαναφορά στο προσκήνιο ξεχασμένων λημμάτων μέχρι την κατάρριψη γλωσσικών μύθων και τα γλωσσικά δάνεια.

Δεν τίθεται θέμα, ούτε υπάρχει λόγος σύγκρισης των γλωσσολογικών γνώσεων των δύο προαναφερθέντων κυρίων (ποιος θα μπορούσε να την κάνει άλλωστε;), ωστόσο η όλο και πιο συχνή εμφάνιση κειμένων του συγγραφέα του προαναφερθέντος ιστολογίου αλλά και δύο συλλογών με διηγήματα και βιβλίων για την ελληνική γλώσσα, Νίκου Σαραντάκου, στα social media με έκαναν να τον αναζητήσω και να τον ρωτήσω την άποψή του σχετικά με θέματα που αφορούν την ελληνική γλώσσα και την εξέλιξή της.

Η συνέντευξη:

Πώς ξεκίνησε η αγάπη σας για την ελληνική γλώσσα;

»Κοιτάξτε, γεννήθηκα σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, σε μια οικογένεια που όχι μόνο διάβαζε πολύ αλλά έγραφε κιόλας. Έτσι αγάπησα τα βιβλία, το διάβασμα και ειδικά τη λογοτεχνία –έγραφα κιόλας κι εγώ. Ασχολήθηκα επαγγελματικά με τη μετάφραση, κάτι που μου έδωσε την ευκαιρία να προβληματιστώ για τις λεπτές διαφορές των σημασιών.

Αργότερα, βρέθηκα στο εξωτερικό, σε πολυγλωσσικό περιβάλλον, και εκεί συνειδητοποίησα με μεγαλύτερη ενάργεια τις ομοιότητες και τις διαφορές των γλωσσών, όπως και το σαγηνευτικό φαινόμενο του γλωσσικού δανεισμού και αντιδανεισμού, αλλά και τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους μπορεί η γλώσσα να εκφράζει καταστάσεις. Έτσι γεννήθηκε η αγάπη προς τη γλώσσα, που συντηρείται πλέον με την καθημερινή ενασχόληση».

Ποια είναι η αγαπημένη σας λέξη;

»Καλή ερώτηση. Κάποτε, στον μεσοπόλεμο, ένα περιοδικό ποικίλης ύλης, ρώτησε διάφορους γνωστούς λογοτέχνες, αλλά και πολιτικούς, ποια είναι κατά τη γνώμη τους η ‘ωραιότερη’ λέξη της ελληνικής γλώσσας: ο Παλαμάς είχε αναφέρει τη λέξη ‘δημοτικισμός’, ο Ξενόπουλος την ‘αισιοδοξία’, κάποιος άλλος τη ‘μάνα’.

Ωστόσο, εσείς ρωτάτε κάτι διαφορετικό, την δική μου αγαπημένη λέξη. Πριν από λίγα χρόνια, ένας φίλος του ιστολογίου έφτιαξε ένα ‘λεξοσύννεφο’ απεικονίζοντας τις λέξεις που χρησιμοποιούνται συχνότερα στα άρθρα μου. Σε αυτό, περίοπτη θέση είχε ο αντιθετικός σύνδεσμος ‘αλλά’, που πράγματι είναι αγαπημένη μου λέξη. Φαίνεται ότι προσπαθώ να βρω πάντοτε το καλό μέσα στο κακό, την άλλη πλευρά του ζητήματος, ότι δεν μου αρέσει να δεχτώ αμέσως και άκριτα κάποιαν άποψη –’νάφε και μέμνασο απιστείν’ έλεγαν οι αρχαίοι, και είναι το αγαπημένο μου γνωμικό».

Πολλές φορές ακούω ανθρώπους να μιλούν για την ανωτερότητα της ελληνικής απέναντι στις άλλες γλώσσες (π.χ. όσον αφορά τον αριθμό των λημμάτων ή την ακρίβειά της). Τελικά πόσο σημαντική είναι η ελληνική σε σχέση με τις υπόλοιπες γλώσσες;

»Καταρχάς, ο καθένας αγαπάει τη γλώσσα του και επειδή την γνωρίζει σε μεγάλο βάθος, πολύ καλύτερα από τις άλλες γλώσσες που ξέρει, μπορεί να νομίσει ότι οι άλλες γλώσσες δεν διαθέτουν κάποια χαρίσματα που διακρίνει στη δική του γλώσσα. Συνήθως αυτό είναι πλάνη που οφείλεται στη λειψή γνώση των άλλων γλωσσών. Γενικότερα, όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι η ελληνική (ή όποια άλλη) γλώσσα υπερτερεί (ή υστερεί) σε σχέση με όλες τις άλλες γλώσσες του κόσμου σε κάτι, στην πραγματικότητα εννοεί απλώς τις 2-3 άλλες γλώσσες τις οποίες γνωρίζει.

Είναι αλήθεια ότι η αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν η γλώσσα ενός μεγάλου πολιτισμού και χρησιμοποιήθηκε για να γραφτούν μεγάλα έργα. Επίσης, μέσω της λατινικής συνήθως, τροφοδότησε τις νεότερες ευρωπαϊκές (και όχι μόνο) γλώσσες με άφθονα γλωσσικά δάνεια, ενώ προθήματα και επιθήματα από το αχανές ελληνολατινικό γλωσσικό ταμείο χρησιμοποιούνται και σήμερα σαν δομικά στοιχεία για επιστημονικούς νεολογισμούς.

Εμείς οι νεοέλληνες είναι θεμιτό να αισθανόμαστε περήφανοι όταν αναγνωρίζουμε ελληνογενείς λέξεις στις ξένες γλώσσες, καθώς και ευχάριστη έκπληξη όταν συνειδητοποιούμε ότι κάποιες ξένες λέξεις έχουν ελληνική προέλευση που δεν φαίνεται με το γυμνό μάτι (ας πούμε, πόσο φανερό είναι ότι η αγγλ. λέξη surgeon προέρχεται από την ελληνική ‘χειρουργός’;). Είναι απορίας άξιο γιατί κάποιοι συμπατριώτες μας δεν περιορίζονται σε αυτή τη γνήσια συγκίνηση, παρά αναζητούν ελληνικές ρίζες σε όλες τις λέξεις όλων των γλωσσών του κόσμου ή γενικότερα χρησιμοποιούν τα περασμένα μεγαλεία σαν βιάγκρα για το πληγωμένο τους φρόνημα.

Ως προς τη δική μου θέση, νομίζω ότι τη συνοψίζει καλά μια παράγραφος από το βιβλίο μου ‘Γλώσσα μετ’ εμποδίων’: ‘Ωστόσο, η ελληνική γλώσσα είναι πράγματι μια πολύ όμορφη και πολύ ενδιαφέρουσα γλώσσα με μακρότατη ιστορία, και η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσαμε να της κάνουμε θα ήταν να τη χρησιμοποιούμε με καλαισθησία, ακρίβεια και φαντασία, χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας, νεοαττικισμούς και αμερικανιές, χωρίς εκζήτηση και διάθεση να ξεχωρίσουμε από την πλέμπα. Αυτό άλλωστε προσπαθεί να κάνει και ο υπογράφων μέσα από τα γραφτά του».

[Προσθήκη, ως προς την ετυμολογία του surgeon: το ελληνικό χειρουργία περνάει στα λατινικά ως chirurgia και από εκεί στα γαλλικά, cirurgie,και cirurgien, surgien είναι ο χειρουργός. Η λέξη περνάει στα αγγλικά και γίνεται surgeon. Αρχικά, χειρουργός ήταν αυτός που δούλευε με το χέρι, ενώ η λέξη ‘χειρουργώ’ είχε και την προφανή άσεμνη σημασία]

Μπορείτε να μου αναφέρετε τα πέντε συχνότερα λάθη που κάνουμε στον προφορικό και στον γραπτό μας λόγο;

»Δεν έχω κάνει ποσοτική καταγραφή, και δεν έχει νόημα άλλωστε. Και δεν έχουν όλα τα ‘λάθη’ την ίδια βαρύτητα, με την έννοια ότι προσωπικά ενοχλούμαι περισσότερο από τα λάθη που δυσκολεύουν την κατανόηση. Έτσι, θα κρίνω πιο αυστηρά εκείνον ο οποίος, από αφροντισιά, δεν βάζει τόνο στο ερωτηματικό πού/πώς ή παραλείπει το κόμμα στο αναφορικό ‘ό,τι’ (*’κάνει ότι θέλει’) παρά, ας πούμε, εκείνον που γράφει ‘ανταπεξέρχομαι’, έστω κι αν το ‘ανταπεξέρχομαι’ (αντί ‘αντεπεξέρχομαι’) θεωρείται έγκλημα από τους λαθολόγους. Πάντως, αν το βρω σε κείμενο που επιμελούμαι, θα το διορθώσω και αυτό.

Από την άλλη, πρέπει να επισημάνω ότι πολλά από τα ‘λάθη’ που βλέπουμε να τα στιγματίζουν τα διάφορα λαθολόγια, όπως π.χ. το ‘παν μέτρον άριστον’ ή το ‘ευχαριστώ όλους όσους με ψήφισαν’ εγώ δεν τα θεωρώ καν λάθη –αλλά για να υποστηρίξω τη θέση μου θα πρέπει να εξετάσω αναλυτικά την κάθε περίπτωση, οπότε σάς παραπέμπω στα άρθρα μου».

[Προσθήκη, μια γουστόζικη ‘απάντηση’ που την είδα σε ένα σχόλιο:

«Θα μπορούσαμε να συζητάμε ώρες τα ποιο συχνά ορθογραφικά και συντακτικά λάθη, αλλά, όσον αφορά στο πρώτο τουλάχιστον, τα γνωρίζεται ήδη.»]

Ποιος γλωσσικός μύθος αξίζει το πρώτο βραβείο Γκας Πορτόκαλος;

»Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυστηρά την ορολογία, τα βραβεία Γκας Πορτοκάλος δεν απονέμονται γενικά σε γλωσσικούς μύθους, αλλά ειδικά σε ετυμολογικούς μύθους.

Ο συναγωνισμός και στον τομέα αυτό είναι σκληρός, αλλά υπάρχουν ορισμένα φαβορί, όπως ας πούμε το βιβλίο που έγραψε πριν από αρκετά χρόνια ένας καθηγητής της Παντείου (οικονομολόγος, βέβαια, όχι γλωσσολόγος!) ο οποίος υποστήριζε πολύ σοβαρά ότι όλες οι αγγλικές λέξεις, ακόμα και οι πιο απλές, είναι δάνεια από την ελληνική (π.χ. το I can από το κάνω, το I do από το τίθημι/θου ή το I go από το άγω!), τα οποία μεταλαμπαδεύτηκαν στους άγλωσσους (!) έως τότε ιθαγενείς των αγγλικών νησιών από προκατακλυσμιαίους Έλληνες ναυτικούς.

Αν πάλι εξετάσουμε γενικά όλους τους γλωσσικούς μύθους, θα πρέπει να εξάρω τον μακροβιότερο και πιο ανθεκτικό απ’ όλους, το ‘Λερναίο κείμενο’ όπως το αποκαλώ, το οποίο ξεκινάει από το (ανύπαρκτο) πρόγραμμα Hellenic quest για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, που τάχα το συστήνουν οι διευθυντές μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών στα στελέχη τους διότι τάχα η γνώση της αρχαίας ελληνικής ωφελεί τις διευθυντικές δεξιότητες, συνεχίζει με την άποψη για τη δήθεν πρωτογένεια της ελληνικής γλώσσας που εξαιτίας της τη χρησιμοποιούν οι (ανύπαρκτοι) προηγμένοι υπολογιστές της τελευταίας τεχνολογίας, προχωράει στα  6 εκατομμύρια λέξεις που δήθεν έχει η ελληνική γλώσσα (άλλοι λένε 75 εκατομμύρια, τζάμπα είναι) και καταλήγει στους Ισπανούς ευρωβουλευτές, που πρότειναν τάχα να ανακηρυχθεί η αρχαία ελληνική σε επίσημη γλώσσα της Ε.Ε. Εμπνευστής του κειμένου αυτού, σύμφωνα με την έρευνα που έχω κάνει, φαίνεται να είναι ο Γ. Γεωργαλάς, ο διανοούμενος της χούντας που μάς άφησε χρόνους πρόσφατα».

Εδώ και κάμποσα χρόνια χρησιμοποιούμε greeklish. Έχει μέχρι στιγμής η χρήση τους κάποια επίπτωση στην ελληνική γλώσσα; Πιστεύετε ότι θα έχει στο μέλλον;

»Καταρχάς, ό,τι και να σας πω για το μέλλον, πρέπει να επισημάνω ότι οι προβλέψεις για τη γλώσσα είναι πολύ παρακινδυνευμένες και ότι κορυφαίοι γλωσσολόγοι έχουν στο παρελθόν διαψευστεί όταν θέλησαν να προβλέψουν την εξέλιξη της γλώσσας.

Ως προς τα γκρίκλις, από την εικόνα που έχω από τα παιδιά μου και από τον κύκλο τους, η εντύπωσή μου είναι πως πρόκειται για φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με ορισμένα τεχνικά μέσα, δηλαδή κινητές συσκευές όπως σμαρτόφωνα και ταμπλέτες, όπου η χρήση του ελληνικού πληκτρολογίου είναι πολλές φορές δυσκολότερη τεχνικά ή και πιο δαπανηρή. Κατά συνέπεια, δεν συμμερίζομαι τις κραυγές αγωνίας άλλων, είτε είναι καλοπροαίρετες είτε υποκριτικές.

Πάντως, αναρωτιέμαι γιατί γράφετε (και όχι μόνο εσείς) «greeklish», χρησιμοποιώντας λατινικό αλφάβητο. Υποθέτω πως αν μιλούσαμε, θα προφέρατε τη λέξη ελληνότροπα και όχι αγγλοπρεπώς, δηλαδή όχι με μακρό ι και παχύ σ. Αν έτσι είναι, ποιος ο λόγος, ενώ γράφετε ελληνικά, να χρησιμοποιείτε παραπλανητικά το λατινικό αλφάβητο; Θυμίζει κάποιους που, σαν τη μαντάμ Σουσού, γράφουν, π.χ. ‘Έκανε show στη Βουλή ο τάδε».

Το γεγονός ότι τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα μαθαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα να γράφουν με το χέρι και μέσω κάποιας μορφής πληκτρολογίου, μπορεί να επηρεάσει με κάποιο τρόπο την επαφή του ανθρώπου με τη γλώσσα;

»Απεναντίας, εδώ θα συμφωνήσω ότι δεν αποκλείεται η τεχνολογική επανάσταση να επηρεάσει την επαφή μας με τη γλώσσα ή με τον λόγο. Με ποιον τρόπο δεν μπορώ να το πω, πάντως είναι γεγονός ότι σε πολλές χώρες, μαζί και στη δική μας, τα παιδιά μαθαίνουν να χρησιμοποιούν πληκτρολόγιο και να χειρίζονται κινητά και ταμπλέτες όχι απλώς πριν μάθουν να γράφουν αλλά καμιά φορά ακόμα και πριν αρχίσουν να μιλούν. Να προσθέσουμε εδώ και τον έντονο ανταγωνισμό που δέχεται ο γραπτός λόγος από την εικόνα, ήδη εδώ και δεκαετίες όπως και το ότι στο λεωφορείο όλοι χαρχαλεύουμε το κινητό μας πια, ακόμα και όσοι διαβάζαμε.

Παρόλο που δεν είμαι ειδικός σε θέματα εκπαίδευσης σκέφτομαι πως πρέπει η επανάσταση αυτή να αντικατοπτριστεί και στη διδακτέα ύλη ή στη ζωή του σχολείου. Παλιότερα, ας πούμε, μάθαιναν να γράφουν με πλάκα και κοντύλι ή με μελανοδοχείο και πένα (που το πρόλαβα στο δημοτικό), ύστερα με χαρτί και μολύβι. Ωστόσο, το σημερινό παιδί κατά πάσα πιθανότητα όταν αποφοιτήσει μπορεί να μη χρησιμοποιεί παρά πολύ σπάνια χαρτί και μολύβι για εκτενή κείμενα –θα τα πληκτρολογεί ή ίσως θα τα εκφωνεί. Δεν πρέπει κι αυτές οι δεξιότητες να διδαχτούν; Εγώ πάντως ομολογώ ότι έχω ξεμάθει να γράφω με το χέρι, μου είναι πολύ κουραστικό να γράψω πάνω από πέντε αράδες».

Σε παλιότερη συνέντευξη σας έχετε πει »στη γλώσσα το σημερινό ‘λάθος’ είναι το αυριανό σωστό». Ποιος και με ποιο τρόπο είναι αυτός που προσδιορίζει αυτή την αλλαγή;

»Πάντως δεν είναι η Βουλή, ούτε η Ακαδημία, ούτε κάποια επιτροπή σοφών που αποφασίζει πότε μια αλλαγή θεωρείται ότι έχει συντελεστεί και ότι έχει πια μπει στον κανόνα της γλώσσας. Για τον λόγο αυτό, είναι κάπως κωμικές οι εκφράσεις, που διαβάζουμε συχνά σε κείμενα ‘ανησυχούντων πολιτών’ ότι, τάχα, καταργήθηκε η δοτική ή το απαρέμφατο. Το μόνο που μπορεί να αποφασίζει η Βουλή είναι ο τρόπος γραφής, όπως π.χ. όταν το 1982 ο άγιος Βερυβάκης καθιέρωσε το μονοτονικό.

Η γλώσσα είναι πράγμα κομμουνιστικό, με την έννοια ότι ανήκει σε όλους τους ομιλητές της και διαμορφώνεται από κοινού από όλους, με τρόπους που δεν μπορείς εκ των προτέρων να τους προβλέψεις παρά μόνο εκ των υστέρων να τους εξηγήσεις. Στα αρχαία ελληνικά έλεγαν ‘ο πατήρ, του πατρός’ με αιτιατική ‘τον πατέρα’. Κάποια στιγμή, στα μεσαιωνικά χρόνια ή ίσως νωρίτερα, εμφανίστηκε η ονομαστική ‘ο πατέρας’, μεταπλασμένη κατ’ αναλογία προς την αιτιατική. Αυτός ο τύπος αρχικά συνιστούσε απόκλιση και δεν αμφιβάλλω πως οι γραμματικοί και οι δάσκαλοι της εποχής θα τον θεωρούσαν λαθεμένο. Σήμερα ωστόσο τον θεωρούμε σωστόν και η αλλαγή δεν μας ενοχλεί διότι τη βρήκαμε συντελεσμένη, ενώ μας ενοχλούν άλλες αλλαγές που γίνονται αυτή τη στιγμή, μπροστά στα μάτια μας.

Πάντως, δεν υποστηρίζω ότι οποιοδήποτε ‘λάθος’ θα γίνει αύριο ‘σωστό’: δεν έχουν όλα τα ‘λάθη’ τη δυνατότητα να αποτελέσουν έναν νέο κανόνα. Επίσης πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι στην εποχή μας, για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας, έχουμε γενικευμένη εκπαίδευση και πολύ μικρό αναλφαβητισμό, οπότε έχουμε έναν παράγοντα που λειτουργεί αντίρροπα προς τη γλωσσική αλλαγή. Έτσι, κάποιοι τύποι όπως π.χ. ο ‘ΟκτώΜβριος’, παρόλο που χρησιμοποιούνται εδώ και χίλια χρόνια, δεν νομίζω να καθιερωθούν ποτέ, θα μείνουν πάντοτε λαϊκοί τύποι μειωμένου κύρους».

Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για κάποιον που αγαπά την ελληνική γλώσσα να εντρυφήσει σ’ αυτήν;

»Να διαβάζει. Να διαβάζει λογοτεχνία, να διαβάζει παλιότερα κείμενα, όχι μόνο της καθαρεύουσας αλλά και της παλιότερης δημοτικής ή μνημεία της ανώνυμης λαϊκής δημιουργίας. Να μη φοβάται ιδιωματικούς και διαλεκτικούς τύπους, να προβληματίζεται για την προέλευση των λέξεων, να προσπαθεί να εξηγεί την αποκλίνουσα χρήση και όχι να έχει μοναδικό του μέλημα να αποφύγει το λάθος.

Και βέβαια να συμβουλεύεται έργα αναφοράς, κυρίως λεξικά. Εγώ ανατρέχω σε λεξικά πολλές φορές τη μέρα και θεωρώ αδιανόητο ότι υπάρχουν επαγγελματίες της γλώσσας που δεν καταδέχονται να ανοίξουν λεξικό, επειδή τάχα ‘ξέρουν’. Αμ δε! Κανείς δεν ξέρει τα πάντα. Εγώ βέβαια τυχαίνει να διαβάζω και λεξικά όπως τα μυθιστορήματα, αλλά αυτό δεν το θεωρώ απαραίτητο· αρκεί κανείς να έχει ένα έγκυρο λεξικό δίπλα του ή στον υπολογιστή του –ας πούμε το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής που είναι δωρεάν διαθέσιμο ονλάιν».

Μέχρι πρόσφατα άκουγα ανθρώπους να χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για τη σωστή χρήση κάποιας λέξη ή για τη σωστή ορθογραφία, παραπομπές στο λεξικό του κυρίου Μπαμπινιώτη. Τα τελευταία χρόνια σε τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις άνθρωποι που ήθελαν να στηρίξουν την άποψή τους μου έχουν στείλει κείμενα από το ιστολόγιο σας. Σας αγχώνει τέτοιου είδους αναγνώριση των γνώσεων σας;

»Αυτή η αναγνώριση του έργου μου είναι για μένα πολύ μεγάλη τιμή και δεν σας κρύβω ότι πράγματι αποτελεί και μεγάλη ευθύνη. Χαίρομαι πολύ που με τα κείμενά μου και με τα βιβλία μου έχω συμβάλει, όσο μπορώ, στην ανασκευή κάποιων επίμονων γλωσσικών μύθων (που βέβαια διαρκώς επανέρχονται, γι’ αυτό και μίλησα για ‘λερναίο’) αλλά και στην απενοχοποίηση κάποιων τύπων που έχουν μπει στο στόχαστρο των λαθολόγων, οι οποίοι έχουν την ολέθρια συνήθεια να χαρακτηρίζουν ‘αμόρφωτο’ όποιον δεν συμμερίζεται τις, πολύ συζητήσιμες κάποτε, γλωσσικές επιλογές τους.

Από την άλλη, και ενώ αναγνωρίζω και σέβομαι το πολυσχιδές έργο του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη, με κανένα τρόπο δεν θα ενθάρρυνα κάποιον να χρησιμοποιήσει τα λεξικά του ως οδηγό σε θέματα ορθογραφίας. Ο λόγος είναι ότι ο Γ. Μπαμπινιώτης επέλεξε να ακολουθήσει μια ακραία ετυμολογική προσέγγιση στο θέμα της ορθογραφίας, ανατρέποντας χωρίς λόγο γραφές που είχαν καθιερωθεί από τη σχολική ορθογραφία και από τη χρήση δεκαετιών ή και αιώνων. Όταν οι προκλητικές αυτές ορθογραφήσεις προκάλεσαν κατακραυγή και χλευασμό, συνειδητοποίησε το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει και ανέκρουσε πρύμναν και σε επόμενες εκδόσεις των έργων του αναθεώρησε κάποιες από τις πιο ακραίες προτάσεις του, αν και όχι όλες. Αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα μπορεί κανείς να βρει την ίδια λέξη να γράφεται διαφορετικά σε μια έκδοση ενός λεξικού του Μπαμπινιώτη και αλλιώς σε άλλη έκδοση του ίδιου λεξικού ή σε άλλο λεξικό του. Όμως η ορθογραφία θέλει συνέπεια, οπότε είναι χίλιες φορές προτιμότερο να ακολουθεί κανείς ένα έργο αναφοράς όπως το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, που υπάρχει και δωρεάν στο Διαδίκτυο».

Αν είχα ένα ιστολόγιο που ασχολείται με τη γλώσσα και είχε την αναγνωρισιμότητα του δικού σας, θα έμπαινα στον πειρασμό να δημιουργήσω και να διαδώσω έναν αυτοσχέδιο γλωσσικό μύθο προκειμένου να δω πώς θα αντιδρούσαν οι αναγνώστες. Έχετε σκεφτεί ποτέ κάτι τέτοιο;

»Χα χα, κι εγώ έχω δοκιμάσει κάμποσες φορές αυτόν τον πειρασμό. Ωστόσο, μέχρι στιγμής έχω αντισταθεί, και αυτό για δύο λόγους.

Καταρχάς, υπάρχει έστω και με μικρή πιθανότητα το ενδεχόμενο ο κατασκευασμένος μύθος να γνωρίσει πολύ μεγαλύτερη επιτυχία από τις προσδοκίες μου, και να την πάθω σαν τον ήρωα στο τραγούδι ‘Το αστείο‘ του Βασίλη Νικολαΐδη, που ομολόγησε ότι τάχα σκότωσε την κοπέλα του και την πέρασε από τη μηχανή του κιμά και την έκανε σαλάμι –κι όταν στη συνέχεια θέλησε να πει την αλήθεια, κανείς δεν τον πίστευε.

Ο δεύτερος λόγος είναι πως είναι πολύ δύσκολο να μιμηθείς το ύφος της γνήσιας μπαρούφας. Υπάρχει σχετική πείρα. Κάποιος γλωσσολόγος κατασκεύασε έναν περίπλοκο ετυμολογικό μύθο, για την υποτιθέμενη ελληνική προέλευση μιας αγγλικής λέξης, και επιχείρησε να τον πλασάρει στο Διαδίκτυο υπογράφοντας μάλιστα ως Σοφοκλής Καλλιμάνης, που ήταν φόρος τιμής στον Άλαν Σόκαλ και τη φάρσα του. Κι όμως, ο μύθος του ελάχιστη απήχηση είχε. Όση μαστοριά κι αν έβαλε στο παραμύθι του, δεν μπόρεσε να πλησιάσει την πηγαία σαχλαμάρα του Hellenic Quest, όπως θα αποτύχει παταγωδώς ένας σκηνοθέτης του ποιοτικού κινηματογράφου που θα επιχειρήσει να σκηνοθετήσει σαπουνόπερα. Το φιλοθεάμον κοινό θα προτιμήσει, και με το δίκιο του, το γνήσιο προϊόν».

 

 

 

Ημερ. Δημοσίευσης:12 May 2017 7:11 am

Πηγή: sarantakos.wordpress.com

Συγγραφέας:sarant