«Ένα πρωί ήμουν κανονικά στο πόστο έξω από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Πέρασε μία κυρία, αγόρασε ένα τεύχος της “Σχεδίας” και προσπέρασε. Μετά από λίγο, η ίδια επέστρεψε και μου έδωσε ένα μπουκέτο πασχαλιές». Ο Νίκος Κωνσταντίνου ξεδίπλωσε μπροστά μου έναν χάρτη του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Ήταν «λευκός», χωρίς ονόματα δρόμων ή τοπόσημα. Ήταν, όμως, γεμάτος χειρόγραφες σημειώσεις του ίδιου. Στη γωνία Σβώλου με Εθνικής Αμύνης είχε γράψει «Δημοτική βιβλιοθήκη, 10 μήνες αστεγίας, διέξοδος». Στην οδό Φράγκων μάρκαρε τα γραφεία του περιοδικού δρόμου «Σχεδία», γράφοντας δίπλα «Αυτοπεποίθηση, ελπίδα». Και στη γωνία έξω από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας είχε σημειώσει: «μπουκέτο πασχαλιές».

Ο Νίκος Κωνσταντίνου ήταν κάποτε δεύτερος καλύτερος After Sale Manager στην Ευρώπη

Ο Νίκος Κωνσταντίνου, 62 ετών σήμερα, εργαζόταν μια ζωή σε καλή θέση σε μεγάλη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Στο ξεκίνημα της κρίσης βρέθηκε χωρίς δουλειά και μακριά από την οικογένειά του. Πέρασε έναν χρόνο ως άστεγος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Σήμερα είναι πωλητής του περιοδικού «Σχεδία». Με τα χρήματα που κερδίζει έπιασε σπίτι και έχει στήσει τη ζωή του από την αρχή. Δεν θέλει να ξεχάσει όσα πέρασε – «άλλαξε η φιλοσοφία μου για τη ζωή, η σημασία για τα μικρά και τα μεγάλα», λέει.


Δείτε πώς ζουν οι άστεγοι της Αθήνας:


Το πρωί της Τετάρτης στην Τσιμισκή, φορούσε το κόκκινο γιλέκο των πωλητών του περιοδικού και είχε ένα ζεστό χαμόγελο κάτω από τα άσπρα περιποιημένα γένια του. Συναντηθήκαμε με αφορμή τη συμμετοχή του στο project «Eye am Thessaloniki: Η πόλη μου με άλλα μάτια». Πρώην άστεγοι πήραν ο καθένας από έναν «λευκό» χάρτη της Θεσσαλονίκης και χαρτογράφησαν τη ζωή τους σπιθαμή προς σπιθαμή. Στον δικό του χάρτη, ο Νίκος μάρκαρε με μπλε πενάκι τα σημεία που συνδέθηκαν με τις αισθήσεις του, με κόκκινο τις μνήμες και τις εμπειρίες του και με πράσινο τα συναισθήματά του.

Ο βιωματικός χάρτης Θεσσαλονίκης του Νίκου Κωνσταντίνου.

Κράτησα στα χέρια μου τη ζωή ενός ανθρώπου αποτυπωμένη στο χαρτί. Διέκρινα το πατρικό του σπίτι στην οδό Μακεδονομάχων, τη διαδρομή που έκανε ο πατέρας του από το λιμάνι όπου εργαζόταν ως το σπίτι –«ήταν και τενόρος στη χορωδία του ΟΛΘ, θυμάμαι τις καντάδες τους που ακούγονταν από την Παναγία Φανερωμένη καθώς επέστρεφαν από τη δουλειά», λέει- και τον τηλεφωνικό θάλαμο στην Πλατεία Ελευθερίας, Βενιζέλου με Μητροπόλεως γωνία, όπου είχε κρυφτεί ένα βράδυ μέσα στη χούντα, αντράκι πια, όταν τον κυνήγησαν οι χωροφύλακες γιατί κολλούσε αφίσες.

«Δεν ήμουν ο μοναδικός το βράδυ στα παγκάκια»

Η ιδιότυπη βιωματική χαρτογράφηση της πόλης φθάνει μέχρι το σήμερα. Στη γωνία Γούναρη με Σβώλου είχε πουλήσει σε μια παρέα μαθητών του 8ου Δημοτικού Σχολείου Φοίνικα τη «Σχεδία» για 1,5 ευρώ αντί για 3 ευρώ (σσ: ο πωλητής κρατά 1,5 ευρώ από κάθε πώληση), όμως ένα από τα παιδιά κοντοστάθηκε και του είπε: «Κύριε, εγώ έχω 1,5 ευρώ να πάρω παγωτό. Σε παρακαλώ παρ’ το αυτό το 1,5 ευρώ». Το πρωί της Τετάρτης ακολούθησα τον Νίκο στη δική του «ξενάγηση» στη Θεσσαλονίκη, προσπαθώντας να καταλάβω πώς ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν βρέθηκε στον δρόμο, κυρίως όμως πώς επέστρεψε και στάθηκε στα πόδια του για να διηγηθεί την ιστορία.

Στο πόστο της Διαγωνίου, επί της Τσιμισκή. Με το τελευταίο τεύχος της «Σχεδίας», κυκλοφορούν κι οι συλλεκτικοί χάρτες διπλής όψης.

Ο ίδιος μεγάλωσε σε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Δεν πέρασε για έναν βαθμό στην Αγγλική Φιλολογία, όμως μετά τον Στρατό βρήκε καλή δουλειά στην αντιπροσωπεία της BMW στη Θεσσαλονίκη ως πωλητής ανταλλακτικών. Παντρεύτηκε, απέκτησε δύο κόρες, είχε μια στρωμένη οικογενειακή ζωή και μια καλή καριέρα, φθάνοντας να ανακηρυχθεί σε διαγωνισμό στο Μόναχο, δεύτερος καλύτερος After Sale Manager στην Ευρώπη. Το 2006 χώρισε με τη σύζυγό του και άλλαξε σπίτι. Το λογικό θα ήταν ένας άνθρωπος με το δικό του κοινωνικό προφίλ να συνεχίσει τη ζωή του. Μπήκε όμως σε έναν κύκλο εσωστρέφειας, παραιτήθηκε από την αντιπροσωπεία, κι έναν χρόνο αργότερα, όταν τέλειωσαν τα λεφτά που είχε αποταμιεύσει, έπιασε δουλειά ως οδηγός ταξί, από το καλοκαίρι του 2007 ως τον Δεκέμβριο του 2012. «Είχαμε μπει για τα καλά στην κρίση. Το καταλάβαινες από τα ταξί στις πιάτσες, που σχημάτιζαν ουρά σε ολόκληρα τετράγωνα και από την πόλη που τις καθημερινές ερήμωνε μετά τις 9 το βράδυ. Μου άρεσε, όμως, η δουλειά και έστω και δύσκολα τα έβγαζα πέρα».

Στην είσοδο του κοινωνικού χώρου «Μικρόπολις».

Στις 9 Δεκεμβρίου του 2012, το βράδυ, έβρεχε πολύ στη Θεσσαλονίκη. Πήρε μία κούρσα από τη Μητροπόλεως για την Καλαμαριά, βγήκε από ένα στενό χωρίς προτεραιότητα και συγκρούστηκε με ένα άλλο αυτοκίνητο. Το ταξί έπαθε μεγάλη ζημιά, την οποία δεν μπορούσε να καλύψει. Ο ιδιοκτήτης του ταξί, του είπε ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Έζησε για έξι μήνες με το επίδομα ανεργίας, προσπαθώντας να βρει δουλειά. «Πήγα σε παλιούς συνεργάτες και γνωστούς σε καταστήματα με ανταλλακτικά και όλοι μου έλεγαν “Νίκο, χθες απολύσαμε έναν”».

Μετά το Πάσχα του 2013, όλα είχαν τελειώσει. Ή μάλλον, τότε θα άρχιζαν. «Πήρα ένα σακίδιο στην πλάτη και βγήκα στον δρόμο. Δεν είχα ιδέα πού έπρεπε να πάω. Κατέβηκα στον Λευκό Πύργο και βρήκα ένα παγκάκι στο πάρκο μπροστά από τη Λέσχη Αξιωματικών. Δεν ήμουν ο μοναδικός το βράδυ στα παγκάκια κι ευτυχώς ο καιρός είχε αρχίσει να ζεσταίνει», μου είπε.

«Ο κόσμος αγάπησε γρήγορα τους ανθρώπους με τα “κόκκινα γιλέκα” στη Θεσσαλονίκη»

Δεν ζήτησε τότε βοήθεια από συγγενείς ή φίλους, διότι δεν ήθελε να γίνει βάρος. «Το πρώτο βράδυ ένιωθα απόγνωση. Γρήγορα, όμως, ανακάλυψα δυνάμεις που εμπεριείχα, όπως το αίσθημα της αυτοσυντήρησης. Ένα βράδυ στο πάρκο πίσω από το Δημαρχείο της Θεσσαλονίκης, ένας άστεγος έκλεψε το κινητό ενός άλλου, εκείνος το κατάλαβε και τράβηξε μαχαίρι. Μπήκα στη μέση για να τους χωρίσω και τότε συνειδητοποίησα τη δύναμη της αυτοσυντήρησης». Το επόμενο διάστημα ο Νίκος βρήκε θέση στο Υπνωτήριο Αστέγων του Δήμου Θεσσαλονίκης, που ξεκινούσε εκείνη την εποχή. Τουλάχιστον θα είχε ένα κρεβάτι να κοιμηθεί κι ένα ζεστό μπάνιο να κάνει. Όσοι μένουν εκεί τη νύχτα, πρέπει αναγκαστικά να φύγουν το πρωί, ώστε να μην ιδρυματοποιηθούν αλλά και για να προσπαθήσουν να στήσουν ξανά τη ζωή τους.

Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης.

Το ίδιο δύσκολη όμως αποδείχθηκε και η μέρα. «Ανακάλυψα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη στην Εθνικής Αμύνης. Κάθισα σε μια εσοχή στην είσοδο και μια μέρα μπήκα μέσα. Ήταν το μοναδικό ζεστό μέρος, που μπορούσα να κάνω ταυτόχρονα κάτι δημιουργικό. Άρχισα να διαβάζω βιβλία, με τον καιρό περνούσε η ώρα χωρίς να το καταλάβω, απορροφημένος καθώς ήμουν στις σελίδες. Διάβασα διάφορα, από Καμύ μέχρι επιστημονική φαντασία. Θυμάμαι ένα βιβλίο με τίτλο “Έλικας Θανάτου” για τρεις νέους επιστήμονες που προσπαθούσαν να τροποποιήσουν έναν μύκητα που θα καταπολεμήσει τον καρκίνο, μέσω της Νανοτεχνολογίας. Καταπιάστηκα και με τη Νανοτεχνολογία κι άρχισα να βλέπω πώς η επιστήμη μπορεί να αποβεί ευεργετική και ταυτόχρονα καταστροφική στα χέρια των λάθος ανθρώπων. Ανοίγονταν καθημερινά για μένα νέοι κόσμοι στη Βιβλιοθήκη. Έφευγα μόνο το μεσημέρι για το συσσίτιο και ξανά πίσω στα βιβλία».

Διαβάστε ακόμη: Μπήκαμε για Πρώτη Φορά στα Άδυτα του Εργαστηρίου Νανοτεχνολογίας του ΑΠΘ

Το φαγητό ήταν κάπως πιο εύκολη υπόθεση, μου είπε καθώς με ξεναγούσε στη δική του Θεσσαλονίκη, που όλοι βλέπουμε αλλά την προσπερνάμε. Για παράδειγμα, φθηνές μερίδες μαγειρεύουν καθημερινά στον κοινωνικό χώρο «Μικρόπολις» στη Βασ. Ηρακλείου κι έπειτα υπάρχει ένα ολόκληρο δίκτυο καταστημάτων στην πόλη με το σηματάκι «Ένας καφέ σε περιμένει», όπου πελάτες αφήνουν ένα φιλοδώρημα για τους καφέδες ανθρώπων που δεν έχουν ούτε γι’ αυτό. «Ένα από αυτά είναι το “Ηλιοτρόπιο”. Εδώ γνώρισα φιλόξενους και σπουδαίους ανθρώπους του γραμμάτων και των τεχνών», μου εξήγησε όταν καθίσαμε στο καινούριο, πλέον, «Ηλιοτρόπιο» στο Ναβαρίνο, καθώς ο ήλιος ανέβαινε ψηλά στον ουρανό.

Στο καφέ «Ηλιοτρόπιο» στο Ναβαρίνο.

Τα πάντα άλλαξαν για τον ίδιο όταν μια μέρα, στις αρχές του 2014, η τότε αντιδήμαρχος Κοινωνικών Υποθέσεων, Καλυψώ Γούλα, επισκέφθηκε το Υπνωτήριο Αστέγων και μίλησε στους ανθρώπους για το περιοδικό δρόμου «Σχεδία». «Άλλαξε δραματικά η ζωή μου. Δήλωσα αμέσως ενδιαφέρον και ήμουν από τους πρώτους που έγιναν πωλητές, έχω τον αριθμό 5», μου είπε. «Στην αρχή ήταν δύσκολα. Είχα μεν εμπειρία από πωλήσεις, αλλά σε άλλο περιβάλλον, όχι στον δρόμο». Ο κόσμος όμως αγάπησε γρήγορα τους ανθρώπους με τα «κόκκινα γιλέκα» στη Θεσσαλονίκη. «Είχα πλέον δουλειά, πωλήσεις και κέρδη», είπε χαμογελώντας. «Έβγαλα τα πρώτα χρήματα και σ’ ένα τρίμηνο έπιασα σπίτι κι έφυγα οριστικά από το Υπνωτήριο».

Τρία χρόνια μετά, ο Νίκος Κωνσταντίνου είναι καθημερινά στο πόστο του. Δέχεται να μιλά για τον προσωπικό αγώνα που έδωσε μέχρι να σταθεί ξανά όρθιος, με περίσσια αξιοπρέπεια κι ένα χαμόγελο κανονικότητας πια στο πρόσωπο. Τον ρώτησα αν το τελευταίο όριο πριν μείνει κάποιος στον δρόμο είναι οικονομικό ή ψυχολογικό και μου απάντησε το πρώτο. Κι έπειτα, ποιο είναι το απόσταγμα ενός «κανονικού» ανθρώπου, που έμεινε για έναν χρόνο άστεγος και επέστρεψε στην παλιά του ζωή; «Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, εκείνον τον κρύο χειμώνα, διάβασα κάποια στιγμή τον “Επαναστατημένο Άνθρωπο” του Αλμπέρ Καμύ. Ξέρεις τι είπε ο Καμύ για όποιον φθάνει ένα βήμα πριν τον γκρεμό; Ότι έχει δύο επιλογές, είτε να αυτοκτονήσει είτε να φτιάξει έναν καφέ. Εγώ έφτιαξα έναν καφέ».

Info
Οι βιογραφικοί χάρτες των πρώην αστέγων έγιναν στο πλαίσιο του κοινωνικο-πολιτιστικού έργου «EYE AM THESSALONIKI: Η πόλη μου με άλλα μάτια», που έχει στόχο την ανάδειξη του φαινομένου των αστέγων, συνδέοντάς το με την ίδια την ιστορία της πόλης. Έτσι, εκτός των σημειώσεων των πρώην αστέγων, στην πίσω όψη των χαρτών έχουν αποτυπωθεί σημεία που ταυτίστηκαν με πέντε ιστορικά γεγονότα τα τελευταία 100 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, τα οποία άφησαν άστεγους ανθρώπους στον δρόμο: Την πυρκαγιά του 1917, τους πρόσφυγες του 1922-3, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή, τον σεισμό του 1978 και τη σημερινή οικονομική κρίση.

Το project υποστηρίζεται από το START – Create Cultural Change, πρόγραμμα του Ιδρύματος Robert Bosch, σε συνεργασία με το Goethe Institut Thessaloniki και την Ομοσπονδιακή Ένωση Κοινωνικοπολιτιστικών Κέντρων της Γερμανίας.

Περισσότερα από το VICE

Το Νομοσχέδιο για τα Τρανς Άτομα μας Πηγαίνει Τελικά Ένα Βήμα Μπροστά ή Πίσω;

Οι Τηλεφωνικές Συνομιλίες της Ιταλικής Ακτοφυλακής Αποδεικνύουν πως Εγκατέλειψαν 300 Πρόσφυγες στη Θάλασσα

Ο Μεταλάς και Κομιξάκιας Δημήτρης Μεντζέλος

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Ημερ. Δημοσίευσης:12 May 2017 5:00 am

Πηγή: vice.com/gr

Συγγραφέας:Κώστας Κουκουμάκας